.Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ
Ο χώρος κάτω από αυτήν την φωτογραφία περιμένει να τον φωτίσετε με τα κείμενά σας (πεζά ή ποιήματα), ώστε να μη νιώθει μοναξιά στο απόλυτο μαύρο του φόντο. Τι νιώσατε βλέποντας τη φωτογραφία; Ποιες μυστικές ευαίσθητες χορδές σας δόνησε; Και μόνο ένα αντικείμενό της ή το φως της ή ό,τι άλλο εσείς νομίζετε, μπορεί να σας ενέπνευσε μια ιστορία, ένα διήγημα, ένα ποίημα, μια λιτή σκέψη, ένα μονόλογο κλπ κλπ...
Λοιπόν, τι περιμένετε; ΤΟΛΜΗΣΤΕ!!!:o)
Απλώς στέλνετε το πόνημά σας με τον τρόπο που στέλνετε το σχόλιό σας ή στο e mail Nicodimus100@hotmail.com και θα το μεταφέρω σε αυτή τη σελίδα. Στο τέλος θα αναφέρετε απαραιτήτως όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την περιοχή όπου ζείτε. Σκοπός μου είναι να προστατεύσω τα κείμενά σας από κακόβουλους αντιγραφείς. Καλού κακού, να έχετε εξασφαλίσει τα πνευματικά δικαιώματα. Αν δε γνωρίζει κάποιος πώς γίνεται αυτό, ρωτήστε με και θα σας πω. Αν μπορέσουμε και συνεχίσουμε την προσπάθεια αυτή και με επόμενο φωτογραφικό υλικό,
μπορεί να χαρούμε να τη δούμε υπό τη στέγη ενός εκδοτικού οίκου!
Λοιπον;
ΚΕΙΜΕΝΟ 1
Πόσο άψυχα είναι τα ποδήλατα χωρίς τους καβαλάρηδες, πόσο άψυχη είναι η αυλή χωρίς τα παιδιά που παίζουν, πόσο άψυχοι οι τοίχοι χωρίς τις νοικοκυρές στα παράθυρα. Ένα άψυχο τοπίο, που κάτι περιμένει. Τί; Την προοπτική της Ανάστασης!
Τότε, όλοι αυτοί, οι καβαλάρηδες, τα παιδιά, οι νοικοκυρές θα ξαναγυρίσουν, και μαζί τους θα αναστηθεί όλη η φωτογραφία.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΘΑΝΑΣΑΣ, Αθήνα, http://imagine.pblogs.gr
KEIMENO 2
"Είμαι το δελφίνι που στολίζει το μικρό πλακόστρωτο σοκάκι. Αυτό είναι το σπίτι μου. Ακόμη και τις ανήλιαγες μέρες μια αρχοντική αίγλη πλημμυρίζει την λιτή πλατεϊτσα μου. Πάνω της τρέχουν τα νιάτα. Μικρά παιδιά φορτωμένα όνειρα. Ελπίδες. Ζωή. Κάθε μέρα παίρνω ενέργεια απ' το γέλιο τους, γι' αυτό και δε βαριέμαι ποτέ τα οκνηρά κυριακάτικα μεσημέρια. Κάποιο παιδί θα έρθει να παίξει μπάλα. κάποιος παπούς θα βγάλει την ξύλινη καρέκλα και θα φλυαρήσει με τη γειτόν ισα. Κάποια γιαγιά θα ποτίσει τους βασιλικούς της. Το λέω και αισθάνομαι την ευωδία με κάθε μου αίσθηση. Αυτό το λεπτό άρωμα της ενέργειας, της απλότητας και της ανθρωπιάς ποτίζει κάθε μου κύτταρο. Είναι βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου. Όπως και οι ξεχασμένες μυρωδιές της ξυλόσομπας, όταν ψήνουν οι νοικοκυρές. Ο νωπός ασβέστης πάνω στα πεζοδρόμια. Η μπουγάδα πάνω στο σχοινί που ταλαντεύεται καλλιτεχνικά με το πρώτο καλοκαιριάτικο αεράκι. Ο ελληνικός καφές που σιγοψήνεται υ[πομονετιά. Δε βιάζεται. Κανείς δε βιάζεται σ' αυτόν το δρόμο.
Τ' άλλα δυο αδέρφια μου μου λένε να το σκάσουμε και να πάμε στον ωκεανό. Μακριά από την αιγαιοπελαγίτικη αρμύρα, σε κάποια άγνωστα, αλλοεθνή νερά. Κι εγώ τους λέω πάντα το ίδιο:αν φύγω, θα μαραζώσω. Θα σβήσω. Θα προτιμήσω να πιαστώ εκούσια στα δίχτυα κάποιου ψαρά. Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα ελάχιστα τετραγωνικά μου είναι λουσμένα στο φως. Δεν τ' αλλάζω με τίποτα.
Πού θα βρω ξανά τον ίδιο ήλιο να ζεσταίνει τη ράχη μου; Την βαθιά εκείνη αίσθηση της πληρότητας όταν πέφτει πάνω σου ο αυγουστιάτικος ήλιος; Πούθα βρω ξανά την ίδια βροχή να δροσίζει την ψηφοδωτή μορφή μου;Την μυρωδιά της πάνω στο φρέσκο χώμα;Πoύ θα βρω ξανά τον ίδιο ίσκιο από τα γέρικα δέντρα που με πλαισιώνουν;Πώς να προδώσω τους αγαπημένους μου γείτονες;
Γι' αυτό δεσμεύομαι. Όσο θ' ακούω τις ανέμελες φωνές των παιδιών να τρέχουν από πάνω μου δεν πρόκειται να φύγω. Θα μείνω άγρυπνος φρουρός της αγνότητάς τους. Μέχρι να διαβρωθεί και το τελευταίο χαλίκι που ομορφαίνει την εικόνα μου.
Δεσμεύομαι".
Μαυρογονάτου Αφροδίτη, Αποστόλου, Ζωγράφου, Αθήνα, http://mikresistories.blogspot.com
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ...... για να θυμηθώ την παλιά μου γειτονιά! Αν αφαιρέσω το ψηφιδωτό, σίγουρα το υπόλοιπο που αντικρίζω είναι η γειτονιά μου... Μου έχει λείψει. Είμαι σίγουρη πως είναι αυτή. Ή μήπως όχι; Ίσως αν μου έβαζες οποιαδήποτε παρόμοια εικόνα το ίδιο να έλεγα. Φταίει ότι μου έχει λείψει. Όλα μου έχουν λείψει. Θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω... να γίνω ξανά παιδί και μαζί με τις φίλες μου να πάρουμε τα ποδήλατά μας και να φύγουμε... να φύγουμε μακριά... όσο πιο μακριά μπορούμε. Ακόμα αντηχούν οι φωνές μας στα αυτιά μου... ακόμα ακούω το ατέλειωτο παιχνίδι μας στα σοκάκια της γειτονιάς... Ακόμα βλέπω τις γριούλες μπροστά μου που γελούσαν κάθε φορά που εμείς κυλιόμασταν κάτω από το δέντρο... Και όμως, η πραγματικότητα είναι τόσο κοντά στη λήθη!!! Και δακρίζω γι'αυτό....Σταθοπούλου Δήμητρα/Μέμα, Ζωγράφου, Αθήνα (http://wheretheangelsplay.pblogs.gr) |
ΚΕΙΜΕΝΟ 4
- Ουφ! Κουράστηκα και σήμερα
- Άσε, μας ψόφησαν τα σκασμένα! Τα έχω παίξει
- Καλά ε! Γυρίσαμε όλο το νησί
- Ησυχία δεν έχουν τα βρομόπαιδα.
- Τι ήταν αυτό& εγώ νιώθω ότι θα πέσω κάτω
- Κι εγώ. καλά που είναι κι αυτός ο τοίχος και μας ακούμπησαν. Sκέψου να μας άφηναν όρθιους. Uα είχα λυγίσει ρε συ!
- Ευτυχώς μεσημέριασε. Tι ώρα πήγε;
- Πρέπει να είναι δυόμισι.
- Καλά που τα φώναξαν οι μάνες τους για φαγητό.
- Λες να κοιμηθούν τουλάχιστον μέχρι τις έξι; Να την αράξουμε κι εμείς λίγο.
- Δεν ξέρω, ελπίζω! Για να πω την αλήθεια χρειάζομαι έναν υπνάκο.
- Το απόγευμα προβλέπεται κουραστικό.
- Καλοκαίριασε πια και βραδιάζει αργά τώρα.
- Ναι, σκέψου ότι είναι η πρώτη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία.
- Ωχ! Μη μου το θυμίζεις. Mαύρο καλοκαίρι θα περάσουμε δικέ μου.
- Πες μου κάτι.
- Τι;
- Ποιος ήταν εκείνος με το μεγάλο το καλαθάκι και τα ψώνια;
- Δεν ξέρω ρε συ! Πρώτη φορά τον βλέπω στο νησί.
- Λες να 'ναι καινούριος;
- Πάντως είναι ωραία οδηγό ε;
- Καλά. Ξανθιά, με ροζ μπικίνι.
- Δεν μοιάζει νησιώτισσα.
- Τουρίστρια ήταν, από καμιά Ολλανδία θα μας ήρθε.
- Αχχχ, αυτές οι Ολλανδέζες.
- Γιατί, ξέρεις καμιά;
- μμμμμ! Η πρώτη μου κυρία ήταν από την Ολλανδία. Τρομερή γυναίκα.
- Και πώς έμεινες εδώ ρε συ;
- Άστα, μη μου τα θυμίζεις.
- Όταν ήρθα με την μικρή Ολλανδέζα πρώτα φορά στο νησί ήρθαν αυτά τα βρομόπαιδα και μ' έκλεψαν, με είχε ακουμπήσει μπροστά σ' ένα μαγαζί με σουβενίρ!
- Αχ φίλε μου! Λυπάμαι.
- Αυτά έχει η ζωή.
- σσσς! Ακούω φωνές.
- Ωχ! Κατεβαίνουν τα σκασμένα! Πότε πέρασε η ώρα;
- Δεν πέρασε, το έσκασαν απ' το σπίτι.
- Δύσκολο πράμα να 'σαι μια ζωή ποδήλατο.
Θανάσης Πολυμένης, Δράμα, http://eothinon.pblogs.gr/
ΚΕΙΜΕΝΟ 5
Όταν κοίταξα την φωτογραφία, τα πρώτα πράγματα που σκέφτηκα,
ήταν μάλλον λίγο κοινότοπα βόλτες στην πλατεία, καλοκαίρι, διακοπές ίσως
Κι αυτές (την συγκεκριμένη στιγμή έστω) δεν μου προκαλούσαν την διάθεση να γράψω,
πράγμα που ήθελα. Κι έτσι, έβαλα και μία συνθήκη στο μυαλό μου.
Η συνθήκη αυτή είναι η σκέψη και μόνο της ενδεχόμενης απουσίας αυτού του δέντρου από αυτό το μικρό όμορφο σημείο.
Ε, αυτό άλλαξε και την σκέψη μου, αλλά και την διάθεσή μου για γραφή
Ξύπνησε, "γυναίκα".
Ξύπνα και κοίταξε πέρα απ' το μπλε και το λευκό,
πέρα απ' το λευκό, τον ήλιο κοίταξε
και ζήτα του να σου στολίσει τα μαλλιά και πάλι.
Έχω ξεχάσει τι χρώμα είναι τ' άνθη σου,
έχω ξεχάσει με τι άρωμα μυρώνεσαι την άνοιξη.
Κι όμως, έτσι όπως επιμένεις γυρτή κι αχτένιστη,
έτσι όπως αντέχεις κι όπως στέκεις σαν το άγαλμα,
με την αγκαλιά ορθάνοιχτη,
πώς να ξεχάσω πως περισσότερο κι από τον ήλιο σε αγάπησα;
Εγώ εδώ,
σαν το κορμί που μάγεψες ν' αποζητά τον κόσμο στη σκιά σου.
Σαν ψηφοθέτημα το σώμα μου, πλάι στο δικό σου σώμα,
δήθεν για' μένανε στέκουν τα χρόνια,
σαν βήματα ανθρώπινα και μάτια,
μα απ' τον δικό σου ίσκιο σαγηνεύονται&
Στ' αλήθεια& τις ρίζες σου αισθάνομαι ολοένα πιο βαθειά μου,
σαν ρυτίδες που απέκτησαν μαζί δυο πρόσωπα αγαπημένα.
Και ποιος θα το τολμούσε;
Ποιος από τους ανθρώπους, ποιος Θεός θα το τολμούσε
να σε πάρει από' μένα;
Ξύπνησε, "γυναίκα".
Ξύπνα και τα μαλλιά σου στόλισε,
να μάθουνε τα μάτια και οι καρδιές,
όπως και η δική μου,
να μη μπορούν να δουν ετούτη τη γωνιά της γης χωρίς εσένα&
Γιατί, αν ήμασταν δελφίνια,
αν θα σ' έχανα, θα μ' έβρισκαν νεκρό.
Μέσα σ' ετούτη εδώ την άψυχη πλατεία,
ποιος θα το φανταζόταν άραγε πως τα αχτένιστα μαλλιά σου
και τα χέρια τα λεπτά, τα κλαδάκια τα δάχτυλα,
είναι η ομορφιά
του κόσμου μου;&
Ποιος;...
Πολλές ευχές,
KEIMENO 6
Αφήνω τις σκέψεις να με ταξιδέψουν σε μια άλλη εποχή, σε μια εποχή που παιδί ακόμα έπαιζα στην δική μου γειτονιά, στο δικό μου χωριό. Ήμουν 6 ετών τότε όταν μετακομίσαμε στο χωριό μου και έφυγα από την Αθήνα. Θα είχα επιτέλους μια γειτονιά και δεν θα περίμενα το σαββατοκύριακο να με πάνε στην παιδική χαρά. Μια γειτονιά με ολόλευκα σπίτια, μικρές μονοκατοικίες, όχι άχρωμες πολυκατοικίες της πόλης και άψυχες, αλάνες γεμάτες παιδιά κάθε ηλικίας. Μου άρεσε η γειτονιά μου. Είχε ψυχή, όλα είχαν ψυχή! Τα ασβεστωμένα σπίτια που κάθε Πασχαλιά όλες οι νοικοκυρές φρέσκαραν, τα πατζούρια που έκλειναν τα απόβραδο και άνοιγαν την αυγή και μικρές ανθισμένες γλάστρες στόλιζαν το βαθύ του κόκκινο χρώμα, τα ποδήλατα που ξυπνούσαν μαζί με τα παιδιά και ήταν έτοιμα να «ταξιδέψουν» στα στενά σοκάκια του νησιού και να γνωρίσουν όσα δεν είχαν δει. Θα μου πεις, υπήρχαν εικόνες που δεν είχες δει στην γειτονιά σου; Και όμως υπήρχαν. Η κάθε μέρα ήταν διαφορετική, όλα φαινόταν διαφορετικά, λες και τα έβλεπα για πρώτη φορά, εικόνες που τώρα δεν υπάρχουν. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τον γερο ταχυδρόμο καβάλα στο ποδήλατο του, ένα μεγάλο γκρι ποδήλατο με αρ. κυκλοφορίας όπως έχουν σήμερα τα μηχανάκια, που γύρναγε με αυτό όλα τα σοκάκια και σταματούσε σε κάθε πόρτα, άφηνε για λίγο το ποδήλατο, χτυπούσε την πόρτα, έδινε τα γράμματα και έπινε και ένα τσίπουρο για να πάρει δύναμη όπως έλεγε. Τον ιερέα του χωριού, που ανέβαινε βαριανασαίνοντας στην μικρή πλατεία, να ανάψει τα καντήλια του Αϊ Γιώργη και να προσευχηθεί. Τα ραντεβού των κοριτσιών κάτω απτο μεγάλο δέντρο, πλάτανος ήτανε θαρρώ, κάθε απόγευμα, με τις κοντές φουστίτσες και τα κοτσιδάκια, για να ξεκινήσουν με τα ποδήλατα για την μεγάλη πλατεία που ο κυρ Αλέκος έπαιζε κουκλοθέατρο. Τι να πρωτοθυμηθώ. Ταξιδεύω χρόνια πίσω και δακρύζω, γιατί αυτή η γειτονιά έχει αλλάξει λίγο. Την χαλάσανε τα διώροφα σπίτια, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα, η άσφαλτος. Το μόνο που δεν άλλαξε είναι τα στενά ασβεστωμένα σοκάκια και ο γερο πλάτανος που στέκει εκεί μονάχος, χωρίς τις κοριτσίστικες φωνές, μόνο κάτι τουρίστες κάθονται πλέον εκεί για να βγάλουν μια φωτογραφία. Ο ταχυδρόμος, γύρω στα 40 κυκλοφορεί με ένα μηχανάκι και αφήνει στο γραμματοκιβώτιο τα γράμματα. Τα παιδία δεν έχουν πλέον αλάνες να παίξουν, γέμισε ο τόπος σπίτια και συρματοπλέγματα. Και όμως αν το σκεφτώ καλύτερα, ίσως να μην έχει αλλάξει εντελώς ο τόπος μου, αλλά ο τρόπος της ζωής μας. Οι εικόνες είναι ίδιες, γιατί είναι στην ψυχή μας..
Αναστασία Π. 19-03-07
ΚΕΙΜΕΝΟ 7
Κάθισα κάτω από τον πλάτανο, έξω από το καφενεδάκι του Στρατή και αντίκριζα τους περαστικούς για ώρα. Ώρα, πολύ ώσπου μια στιγμή σαν να φωτογράφισε η ματιά μου το τοπίο. Δεν υπήρχε κανείς. Κι όμως εγώ ήξερα την ιστορία αυτού του τόπου. Ήξερα την διαδρομή που χάραξε με το ποδήλατο της η Μυρσίνη. Ακουσα τον διάλογο την κυρά Φρόσως με την γειτόνισσα της την Ερατώ. Η Ερατώ είναι αυτή που φύτεψε πριν χρόνια με τα χέρια της την κληματαριά που υψώνετε δίπλα στο σπίτι της. Από τον δρόμο που ανηφορίζει πέρασε πριν λίγο η Αρετή. Το βλέμμα μου την ακολουθεί με αυτήν την περίεργη δύναμη που έχει ο νους να ακολουθεί όσα ερωτεύεται. Θαρρώ πως είμαι μαζί της πως της κρατάω ακόμα το χέρι&ο Στρατής έφερε τον καφέ και μου είπε πως απόψε στο πανηγύρι είναι καλεσμένος ο Λουδοβίκος των Ανωγείων να τραγουδήσει για την αγάπη και τους καημούς των ερωτευμένων και εγώ, χαμογέλασα. Ο Στρατής δεν ξέρει. Μύρισε ο καφές. Ο Θανασάκης μου ζήτησε να ανεβεί στο παπάκι. Τον άφησα δεν έμεινε όμως για πολύ η μητέρα του τον φώναξε για να πάνε στον εσπερινό στο εκκλησάκι της Παναγιάς λίγο ποιο πάνω. Την άκουσα την καμπάνα. Ακουσα το κάλεσμα της και είπα να πάρω και εγώ τον ανήφορο. Πλήρωσα τον καφέ. Χαιρέτησα τον Στρατή και ανηφορίζω στα σιωπηλά σοκάκια της Νισύρου που δεν έχω πάει μα που είμαι σίγουρος πως θα βρω την Αρετή που με περιμένει&στο εκκλησάκι της Παναγιάς να υποδεχθούμε την μέρα που τώρα που βραδιάζει δωρίζετε μυστικά σε όσους ξέρουν να την καλησπερίζουν ευχαριστιακά.
Αθανάσιος Παυλάκης του Γεωργίου. Νέα Σμύρνη Αθήνα
ΚΕΙΜΕΝΟ 8
Ο χρόνος που ...; σταμάτησε!!!
Ο χρόνος που ...; τρέχει!!!
Κι εμείς, εδώ!!!!
Ή μήπως για πάντα ΕΚΕΙ;
Παιδικές αναμνήσεις. Όνειρα. Μια άλλη εποχή. Μια, για πολλούς, ξεχασμένη και συνάμα χαμένη Ελλάδα.
Ένας Παράδεισος που ποτέ δεν θα βρούνε.
Που, μόνο με τα μάτια της ψυχής μπορείς να τον δεις.
Αν έχεις τα κότσια ...; ...;
Γιώργος Καραγιαννιός
Ρόδος
ΚΕΙΜΕΝΟ 9
"Στην πλατεία με το γέρικο δέντρο"
Μια εικόνα από ένα νησιώτικο δρομάκι, μια πλατεία μ' ένα γέρικο δέντρο να δεσπόζει κι ένα παλιό ψηφιδωτό να καμαρώνει στη μέση της πλατείας.
Αυτό ήταν η αφορμή, να βρεθώ νοερά στο ήσυχο εκείνο σοκάκι με τους κάτασπρους τοίχους, με τα αφημένα ποδήλατα, μάρτυρες παιδικών γέλιων και παιχνιδιών. Κι ενώ πατώ στο όμορφο πεντακάθαρο πλακόστρωτο, βρίσκομαι ξαφνικά ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου, εκεί ψηλά, και μιλώ μαζί του!
Άραγε πόσα χρόνια είσαι ριζωμένο εκεί.
Πόσα καλοκαίρια αγκαλιάζεις με τη σκιά σου παρέες παιδιών τα πρωινά, που άλλοτε παίζουν, γελάνε κι άλλοτε μαλώνουν και τρέχουν φωνάζοντας. Τα απογεύματα, κάτω από τα φιλόξενα κλαδιά και τα φύλλα σου αχνίζουν τα ζεστά καφεδάκια, που πίνουν οι γιαγιάδες καθισμένες στις ψάθινες καρέκλες πλέκουν και κεντούν ατέλειωτα, κουβεντιάζοντας για τα απλά και καθημερινά, για τις χαρές τους και τα προβλήματα τους.
Κι όταν φτάνει το φθινόπωρο τα κουρασμένα σου φύλλα πέφτουν με τον πρώτο άνεμο. Γεμίζουν τα στενά σοκάκια με κίτρινες καλοκαιρινές αναμνήσεις.
Εσύ μένεις πάντα εκεί, με τα κλαδιά γυμνά μες το χειμώνα κι ανάμεσα τους φλύαρα παγωμένα σπουργίτια να σπάνε την σιωπή. Κάθε πρωί, περιμένεις ανυπόμονα να καλημερίσεις όσους πάνε για δουλειά. Η βροχή γλιστράει στον κορμό σου, ποτίζει τις ρίζες σου, κι όλοι περνάνε βιαστικά με ανοιγμένες τις ομπρέλες.
Ο αέρας έρχεται και φεύγει αφήνοντας το μουρμουρητό του να παρασύρει τα κλαδιά σου σε χορό μοναχικό.
Εκεί ανάμεσα στα κλαδιά σου, βλέπω τον ήλιο να κλείνει το μάτι στην άνοιξη. Κι εσύ βιάζεσαι να στολιστείς με την καινούρια φορεσιά σου. Ολοπράσινα φύλλα στα κλαδιά σου, πυκνά και δροσερά, ανεμίζουν νωχελικά κι εσύ ζωγραφίζεις στους τοίχους και στο πλακόστρωτο, παίζοντας με τη σκιά σου. Μπερδεύεσαι πάνω στο ψηφιδωτό χαλάς τα σχήματα, τα φτιάχνεις, τα ξαναχαλάς. . .
Κι όταν βγουν πάλι τα παιδιά στο σοκάκι, με τα ποδήλατα και τα τρεχαλητά, εσύ παρατάς τις ζωγραφιές με τη σκιά σου και παίζεις μαζί τους. . . και τ' απογεύματα ρίχνεις την πιο παχιά δροσιά στην παρέα με τις γιαγιάδες και τις νοικοκυρές, αφουγκράζεσαι τις κουβέντες τους, μαθαίνεις τα νέα τους, ακούς πάλι τις ίδιες παλιές ιστορίες, τα ίδια αστεία. . . Ξέρεις όλα τα μυστικά τους, χρόνια τώρα. . .
Σιγομουρμουρίζεις κι εσύ μαζί τους, με το θρόισμα των φύλλων σου κι αυτές σηκώνουν τα μάτια ψηλά και σε καμαρώνουν απολαμβάνοντας τη δροσιά σου. . .
Γέρασες κι εσύ μαζί τους. . . ψηλό καταπράσινο δέντρο πάνω από το περίτεχνο ψηφιδωτό της καρδιάς μας.
ΚαΤερίνη.
23.05.07
http://katerin-anna.pblogs.gr/
ΚΕΙΜΕΝΟ 10
Πέρασα τον μεγάλο παραλιακό δρόμο με τις ταβερνούλες, με τα ψαροκάικα αραγμένα μετά από ένα κουραστικό πρωινό, γεμάτα από την αρμύρα της μάνας θάλασσας, από τα καφενεία που ευωδιάζει ο καφές και το τσιγάρο στα χείλη των ηλιοκαμένων ναυτικών, από τα γραφικά σπιτάκια μόνα τους πια λίγα και μοναχικά χτυπιούνται από τον άνεμο της ανεμοδαρμένης θαλάσσης, με τα λουλούδια στο μπαλκόνι τους και τα σεντόνια κάτασπρα απλωμένα να δηλώνουν την γυναικεία σπιτική παρουσία, ξεχασμένη στο παρελθόν σαν παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία από οικογενειακό άλμπουμ. Πέρασα από τον μεγάλο παραλιακό δρόμο με τα ξενοδοχεία να ατενίζουν το πέλαγος όρθια μεγάλα βουνά, να δηλώνουν ηχηρά την παρουσία τους και την ανωτερότητα τους, πέρασα από τα μικρά μαγαζάκια αναπαλαιωμένα βιαστικά να πουλάνε ιστορία και αναμνήσεις ...; βιαστικά περνούσα με την βαλίτσα σφικτά στο χέρι, βάρος, φορτίο μεγάλο μιας ζωής, από εκείνον τον δρόμο στα μισά και μετά που δεν θύμιζε τίποτα από τα όνειρά μου τίποτα από τις παιδικές αναμνήσεις μου. Και ξαφνικά εκεί μπαίνοντας σε ένα στενό δρομάκι ξανάρχισαν οι οικείες μυρωδιές οι εικόνες και οι φωνές ,οι γιαγιάδες καθισμένες στα σκαλοπάτια να μονολογάνε και να κοιτάνε περίεργα το πέρασμά μου, οι παιδικές φωνούλες να ακούγονται αντίλαλος από μακριά ανακατεμένα με τον δυνατό φλοίσβο του γαλάζιου. Σκιά μεγάλη πάνω μου και ο ήλιος σαν να κρύφτηκε για να προστατέψει, να κρύψει το παράταιρο άσπρο, το ανοιχτό δέρμα το ασυνήθιστο για τέτοιο καιρό, για τέτοιο τόπο. Η βαλίτσα μου έπεσε από τα χέρια μου, αδύνατον να κρατηθεί άλλο, και τα μάτια μου υγρά,ασάλευτα, τα πόδια μου είχαν κοκαλώσει , μόλις αντίκρισα το στενό πέρασμα ,την μεγάλη αυλή που γειτόνευε με τα σπίτια..την γνώριμη αυλή των παιδικών αναμνήσεων.
Είχα φτάσει και μπροστά μου ορθωνόταν το πατρικό μου, πατούσα το αιώνιο ψηφιδωτό εκεί που έπαιζα εκεί που χόρευα εκεί που γέλαγα. Η σκάλα που κρυβόμουν για να μην με πιάνει το μάτι της μητέρας μου όταν ήθελε να με βάλει για ύπνο, τα παράθυρα κλειστά πια και έρημο το σπίτι περίμενε χρόνια τώρα τον ερχομό μου ...;.. και ένα ποδήλατο στεκόταν εκεί σαν να περίμενε να κτυπήσω το κουδούνι δύο φορές σύνθημα πρωινό στο απέναντι παράθυρο, που άνοιγε το παντζούρι και πηδούσε από κει έτοιμος ο παιδικός φίλος με το μαγιό και τα σύνεργα για εξερεύνηση, με το χαμόγελο του μικρού παιδιού που ανυπομονούσε για τις σκανταλιές του. Προχώρησα προς τα εκεί, πλησίασα το ποδήλατο ...; μικρό μου φαινόταν, πολύ γυαλιστερό για το όνειρό μου, αλλά το κουδουνάκι ίδιο, λαμπύριζε στο φώς του ήλιου σαν να με καλούσε ...;. Κοίταξα το απέναντι παράθυρο, κλειστά τα μπλε παντζούρια, και μαγνήτης το κουδουνάκι. Ένα άγγιγμα ένα ντιν και ένα νταν αρκετό για να ανοίξει το παράθυρο, αρκετό για να πηδήξει το όνειρο, αρκετό για να φέρει πίσω αυτά που άφησα αυτά που πρόδωσα ...;.
Φωτοπούλου Ευτυχία του Αθανασίου.Θεσσαλονίκη
