ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 003 - ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ
Ιστολόγιο της «ελληνικής λογοτεχνίας»
Χειριστής Διακογιάννης Νικόλαος
Συζήτηση με την Ευγενία Φακίνου
Κυρία Φακίνου, σας καλωσορίζω στο ψηφιακό σαλόνι του ιστολογίου «ελληνική λογοτεχνία». Αλήθεια, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο της συγγραφής τι νιώθετε στο άκουσμα και μόνο του ονόματος «λογοτεχνία;»
Για μένα «λογοτεχνία» είναι τα βιβλία που διαβάζω και αγαπώ, όλοι οι αγαπημένοι συγγραφείς, τα λογοτεχνικά περιοδικά, οι κριτικοί λογοτεχνίας. Όλα αυτά.
Πιστεύετε ότι η σημερινή πληθώρα της λογοτεχνικής παραγωγής υποθάλπει την ποιότητα ή ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο αποτελεί τη δύναμή της;
Μιλάτε για «πληθώρα παραγωγής» αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό συνέβαινε κυρίως στη δεκαετία του '90. Σήμερα οι εκδότες έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγή τους .Δε νομίζω πάντως ότι η πληθώρα μειώνει την ποιότητα. Ό,τι ψάχνει κανείς βρίσκει. Υπάρχει κοινό για όλα τα είδη.
Αν θα έπρεπε να απομονώσετε μια στιγμή, ένα γεγονός από τα παιδικά σας χρόνια που μέχρι σήμερα είτε το αναπολείτε είτε απλώς σήμαινε πολλά για την προσωπική σας ανέλιξη, ποιο θα ήταν αυτό;
Νομίζω ότι το μπαλκονάκι του σπιτιού μου έπαιξε ρόλο .Καθόμουν εκεί με τις ώρες και παρατηρούσα ό,τι γινόταν στο δρόμο. Πολλά περιστατικά από εκείνη την εποχή, πέρασαν στα βιβλία μου. Τότε, βεβαίως, δε γνώριζα ότι αυτή η παρατήρηση, ήταν στην πραγματικότητα «συγκέντρωση υλικού».
Επισκέπτεστε την Αίγυπτο; Είναι ακόμη δυνατοί οι δεσμοί με τη χώρα του Νείλου;
Από την Αλεξάνδρεια έφυγα βρέφος και δεν ξαναπήγα ποτέ. Ό,τι θυμάμαι προέρχεται από τις διηγήσεις της μητέρας μου, τα φαγητά που έφτιαχνε, τις μυρωδιές από τα εξωτικά φρούτα που έφταναν από 'κει.
Η νέα σας λογοτεχνική κατάθεση πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Μιλήστε μας, αν θέλετε, λίγο για αυτήν. Αν δεν κάνω λάθος πρόκειται για την πρώτη σας συλλογή διηγημάτων.
Πράγματι είναι η πρώτη και μοναδική συλλογή διηγημάτων. Και συμβαίνει κάτι περίεργο. Στα μυθιστορήματά μου απεχθάνομαι το αστικό τοπίο, ενώ γοητεύομαι από τους ανοιχτούς τόπους. Τα διηγήματα αντιθέτως, σχεδόν όλα, εκτυλίσσονται στην πόλη. Όμως παράδοξο τρόπο δεν ασφυκτιώ στη μικρή φόρμα, ούτε στον περίκλειστο χώρο. Βγαίνει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο. Στη συλλογή, που έχει τον τίτλο «Φιλοδοξίες κήπου», υπάρχει κι ένα εκτενές αφήγημα που αφορά στον Ε. Χ. Γονατά.
Ήταν μια έμμονη ιδέα που είχα από χρόνια. Ότι, δηλαδή, όταν βλέπουμε μία ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ το μάτι δεν προλαβαίνει να παρατηρήσει όλες τις λεπτομέρειες και το μυαλό να επεξεργαστεί όλες τις σκέψεις. Έτσι «διαβάζω» ένα ντοκιμαντέρ. Από το φιλμ στο χαρτί Κυριολεκτώντας «μια εικόνα, χίλιες λέξεις». Πέρα από την αντικειμενική παρατήρηση, υπάρχουν υποκειμενικές σκέψεις και αποσπάσματα από κείμενα του Ε. Χ. Γονατά που ταιριάζουν στις εικόνες. Είναι κάτι πειραματικό, που μ' ενδιαφέρει να δω πώς θα γίνει αποδεκτό.
Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία που καταβάλει έναν συγγραφέα, όταν ολοκληρώνεται ένα συγγραφικό έργο;
Πιστεύω ότι πρώτα είναι αν κατάφερε ν' αποδώσει με λέξεις αυτό που είχε ως όραμα στο μυαλό του, και κατά δεύτερον αν θα μπορέσει ν' αγγίξει και τον αναγνώστη.
Οι νεότεροι συγγραφείς βιάζονται να αποκαθηλώσουν τους μεγαλύτερούς τους καθώς θεωρούν ότι αντιστρατεύονται την ανανέωση. Είναι πρόκληση για εσάς αυτή η πραγματικότητα;
Μα, αυτό είναι σχεδόν νομοτελειακό. Κάθε γενιά πιστεύει ότι είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Σίγουρα είναι διαφορετική, επειδή διαφορετικές είναι και οι κοινωνικές συνθήκες.
Το τελευταίο σας μυθιστόρημα «Η Μέθοδος της Ορλεάνης» τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών, το οποίο απονέμει τα τελευταία χρόνια το ΕΚΕΒΙ σε συνεργασία με το σταθμό ΣΚΑΪ. Πιστεύετε ότι η θέσπιση λογοτεχνικών βραβείων έχει το νόημα κάποιας πολιτισμικής παρέμβασης;
Καλά είναι τα βραβεία. Προκαλούν συζητήσεις, γίνονται αφορμή για ζυμώσεις αλλά, νομίζω, ότι ελάχιστα αφορούν ή επηρεάζουν το αναγνωστικό κοινό.
Η τελευταία εικόνα με την οποία κλείνει το αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Έρως, Θέρος, Πόλεμος» είναι μια από τις ωραιότερες που έχω συναντήσει στο έργο σας. Εννοώ την εικόνα με το κοριτσάκι που γυρνάει γύρω απ' τον ηλεκτρικό φανοστάτη. Δεν ξέρω αν νιώσατε κι εσείς τη δυναμική της, τον εμπνευσμένο τρόπο «κλεισίματος» του έργου. Κάποιοι έκαναν λόγο για εικόνα σαν από βιντεοκλίπ βγαλμένη, για να μην αναφέρω την επιθυμία τους να δουν τούτο το βιβλίο στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Χαίρομαι που σας άρεσε η εικόνα του κοριτσιού γύρω από τον φανοστάτη. Την αγαπώ κι εγώ ιδιαιτέρως. Είναι δε, εντελώς φανταστική. Είναι αλήθεια ότι το βιβλίο προσφέρεται για ταινία αλλά θα χρειαζόταν μια μεγάλη και πολυέξοδη παραγωγή, κι όπως ξέρετε, δεν υπάρχουν χρήματα για τέτοιου είδους ταινίες.
Τόσο στο προαναφερθέν μυθιστόρημα όσο και στη μέθοδο της Ορλεάνης, η παρουσία των ηλικιωμένων γυναικών και του καθοριστικού τους ρόλου στην ψυχοσύνθεση των ηρωίδων (Μαρίας και Αρέθα) είναι στοιχεία κυρίαρχα. Θα' θελα ένα σχόλιο επάνω στο θέμα του διαλόγου ανάμεσα στη γενιά που αποχωρεί σταδιακά από το προσκήνιο και σ' εκείνη που αναλαμβάνει δράση.
Η σχέση των γενεών μ' απασχολεί από πολύ παλιά. Θυμίζω και το Έβδομο Ρούχο. Το «σπάσιμο» της παράδοσης, η διαρκής συνομιλία διαφορετικών γενεών, εξακολουθεί να μ' ενδιαφέρει. Πιστεύω ότι δε μπορεί να υπάρξει συνέχεια χωρίς σκυτάλη από τους παλαιότερους στους νεότερους. Βεβαίως οι νεότεροι θα κρατήσουν αυτά που τους χρειάζονται για να δημιουργήσουν τη δική τους πρόοδο.
Στο μυθιστόρημα «Ποιος σκότωσε τον Μόμπυ Ντικ» είδαμε μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια πόλη χωρίς ιστορία, προκειμένου ν' αποκτήσει μύθο και να γραφτεί ένα βιβλίο άξιο να προκαλέσει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Στην Ελλάδα του σήμερα τι ακραίο ή μη σας ενοχλεί; Και πού θα μπορούσε να φτάσει -όχι μια πόλη πλέον, μα ένα ολόκληρο έθνος σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης;
Μ' ενοχλούν πολλά στην Ελλάδα του σήμερα. Ένα απ' αυτά είναι η ευτέλεια. Ένα άλλο, η ευκολία. Όλοι θέλουν να πετύχουν γρήγορα και άκοπα, κάτι που δε μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα.
Φέτος από τον σταθμό ALRHA παρακολουθούμε την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου σας με τον τίτλο «Τυφλόμυγα». Πόσο επιτυχημένο κρίνετε το πέρασμα στο κοινό των εικόνων, των μηνυμάτων που εσείς είχατε ήδη καταθέσει στο χαρτί;
Ήμουν εξ αρχής προετοιμασμένη ότι θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ότι θα λειτουργούσαν οι τηλεοπτικοί κώδικες, με ό,τι αυτό σημαίνει. Για το βιβλίο μου έχω ήδη κριθεί. Για το τηλεοπτικό αποτέλεσμα θα κριθούν άλλοι .Οι διαφορές ασφαλώς υπάρχουν και η σύγκριση εναπόκειται στους αναγνώστες και τηλεθεατές.
Από την παραγωγή της ελληνικής πεζογραφίας των τελευταίων δέκα περίπου χρόνων ποιον/ποιους συγγραφείς ή έργα έχετε ξεχωρίσει;
Ας μιλήσω καλύτερα για συγγραφείς. Οι παλαιότεροι εξακολουθούν να γράφουν, ο καθένας με τις συγγραφικές του εμμονές. Εμφανίστηκε το φαινόμενο του Νίκου Θέμελη, βιβλία που αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό και επαινέθηκαν από τους κριτικούς. Προστέθηκαν αρκετοί νέοι συγγραφείς με ελπιδοφόρα βιβλία. Καλά πάμε.
Στο σημείο αυτό θα' θελα να περάσουμε σε ένα ερώτημα από τον Δημήτρη Θανασά, έναν αναγνώστη του ιστολογίου: Όλοι οι ενήλικες που αναλώνονται σε εγωισμούς, κυνήγι του πλούτου, ή ψυχολογικά κλεισίματα, ήσαν κάποτε παιδιά που αναλώνονταν σε θυσίες, κυνήγι της χαράς και άνοιγμα στον φίλο τους. Τι δεν πήγε καλά στο μεσοδιάστημα, και άλλαξαν τόσο πολύ;
Να παρατηρήσω στο φίλο κ. Θανασά, ότι δεν είναι ΟΛΟΙ οι μεγάλοι. Μπορεί να είναι οι περισσότεροι αλλά πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και - ελπίζω- θα υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις. Άνθρωποι που έχουν οράματα, ενδιαφέρονται για την κοινωνία και φροντίζουν τους διπλανούς τους και τους φίλους τους. Η εξέλιξη του κάθε ενός από εμάς είναι προσωπική υπόθεση.
Ο Αθανάσιος Παυλάκης έχει τα παρακάτω ερωτήματα:
α) Ποιος είναι ο στόχος ενός συγγραφέα όταν γράφει ένα βιβλίο; Είναι απλά μια εσωτερική του ανάγκη ή υπάρχουν στόχοι άλλοι ποιο βαθιοί οι οποίοι είναι φυλαγμένοι στα πρόσωπα, τους ήρωες του βιβλίου του;
