Photobucket


ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ, ΒΑΜΜΕΝΗ Μ' ΑΙΜΑ...

Παρακολουθήστε μέσα από το... e-Pontos.gr το πλήθος των εκδηλώσεων που γίνονται σε όλο τον κόσμο για την "Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου".

Ευχαριστώ, Ευρυδίκη...

Στα πέντε παρά κάτι χρόνια απ' την ημέρα κυκλοφορίας του πρώτου μου βιβλίου, της Τέρα Άμου, έφτασε μια ακόμη κριτική από την συγγραφέα Ευρυδίκη Αμανατίδου. Ευχαριστώ από καρδιάς για την καλή διάθεση και την προσεκτική ματιά στο κείμενο.

Επισκεφθείτε το ιστολόγιο της συγγραφέως κάνοντας κλικ εδώ


γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

7-.jpgΈχοντας διαβάσει τον εξαιρετικό «Ύπνο των αγαλμάτων», με όλη μου την καρδιά ανέτρεξα στα προηγούμενα έργα του Νίκου Διακογιάννη, μιας ανήσυχης και στοχαστικής συγγραφικής πένας.

Διάβασα απνευστί σχεδόν το «Τέρα Άμου», που εκδόθηκε από τον Αρμό το 2007. Για ξεκίνημα λοιπόν θα πω ότι μαγεύτηκα και συγκινήθηκα ταυτόχρονα.

Ένα ακριτικό νησί, εν προκειμένω η Νίσυρος γίνεται η αρένα παθών και εξομολογήσεων. Οι ήρωες καταθέτουν την πείρα του ηλικιακού τους φάσματος μαζί με τα όνειρα και τις ελπίδες που κουβαλά μαζί του ένας χάρτινος άγγελος. Η κυρά Ανθούλα και οι νοικάρηδές της ο δάσκαλος Πέτρος και ο ζωγράφος Μάρκος. Η εγγονή Σοφία που στέλνει λουλούδια και την αγάπη της μέσω του ουράνιου διαμεσολαβητή. Η Μαρία που έριξε μαύρη πέτρα πίσω της δίνοντας τροφή για κουτσομπολιά, εκεί σε μια γη που η πολιτεία θυμάται μόνο κατά την άγρα ψήφων. Τι ειρωνεία αλήθεια! Μια προεκλογική περίοδος είναι αυτή που μας εισάγει στο μύθο του «Τέρα Άμου». Μια παρωδία αγώνα μπροστά στον άλλον, τον βαθύ, τον επίπονο που χαράζει η ανθρώπινη ύπαρξη στην επίγεια ζωή της. Κι αν μια νέα σχολική χρονιά ξεκινά, οι διαδρομές του Πέτρου, του Μάρκου, του Αλέξη, της Ανθούλας, της Ισμήνης, της Μαρίας θα παρεκκλίνουν του αναμενόμενου. Γιατί πάντα υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας σαν συνέπεια μιας δυσπραγίας οικονομικής, συναισθηματικής ή καθαρά σωματικής. Αδυναμία κινήσεων, αδυναμία ακόμη και πραγματικής εκφοράς συναισθημάτων έως ότου αυτή γίνει ολοκληρωτική έλλειψη.

Πάνω και πίσω από αυτά στέκει ακλόνητος ο γίγαντας Πολυβώτης, αυτός που σηκώνει τη Νίσυρο στις πλάτες του, αυτός που τους στεναγμούς του ακούει κανείς μέσα από το ηφαίστειο, σαν το παράπονό του να βγαίνει από τα έγκατα της γης ή Γαίας που έστρεψε αυτόν και άλλους γίγαντες στην Τιτανομαχία. Και σαν αυτό το παράπονο να γίνεται θυμός και τότε η γη να σείεται σαν υπενθύμιση της ύπαρξής του.

«Έλα, πέρασε, μη στέκεσαι άλλο στη βροχή. Υπάρχει ζεστή σοκολάτα και μια γωνιά δίπλα στο παλιό τζάκι. Εκεί θα βρεις αφημένα κουβάρια κόκκινο μαλλί για να ντύσεις με αυτά ένα σου όνειρο». Ίσως ο αφηγητής να απευθύνεται σε όλους εμάς τους αναγνώστες του, σε αυτούς που θα ξεφυλλίσουν το μυθιστόρημα διαβάζοντας λέξεις, παραγράφους, σελίδες, ή πάλι θα σταθούν στο μαγικό εξώφυλλο που τα χρώματα και η απλότητά του διευρύνουν το τοπίο. Ίσως η βαρυχειμωνιά του καθενός παραμερίσει καθώς θα νιώσει την ανάγκη να σηκώσει έναν χάρτινο άγγελο από τη λάσπη για να του αναπτερώσει την ελπίδα. Για κάποιους είναι πιο εύκολο αν έχουν μαζί τους μικρούς ήλιους και φεγγάρια πανσέληνα. Κάποιοι πάλι παλεύουν όλη τη ζωή τους να αναστήσουν έναν κήπο παρά τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη θάλασσα που είναι τόσο κοντά. Τη θάλασσα με την προβέζα της, τη μανία της να τα καταπιεί όλα. Την ίδια θάλασσα από όπου Εκείνος καταφθάνει ταπεινός. «Φορούσε φύκια και πολύχρωμα κοράλλια στα μαλλιά, κοχύλια στις παλάμες και βλέμμα που έδιωχνε μακριά το αλάτι που είχε κατακαθίσει σε κάθε πονεμένη ψυχή». Αυτό και μόνο το απόσπασμα, προς το τέλος του μυθιστορήματος είναι το επιμύθιο μιας βιβλικής καταστροφής που τόσο δυνατά, και σαν εικόνα αλλά και σαν αλληλουχία συναισθημάτων, περιγράφει ο συγγραφέας. Και είναι η ένδεια που κουβαλά μαζί του ο πόνος αυτή που ντύνει επιτέλους τις ψυχές και κάνει τα σώματα να πλησιάσουν και να αγκαλιαστούν.

Φυσικά και δε μπορώ να μη σταθώ σε κάτι που παρατήρησα ότι μου συνέβη και στον Ύπνο των αγαλμάτων. Είναι τόσο ιδιαίτερη η γραφή του Νίκου Διακογιάννη που προσωπικά με ωθεί σε σημειολογικές ερμηνείες. Τέρα Άμου είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και η κατακερματισμένη κραυγή του πόνου που αναζητά την εξιλέωση. Μητέρα μου! Είναι η ερμηνεία που έρχεται αυθόρμητα, όπου αυτή η λέξη περιλαμβάνει το μέγιστο που μεταλαμπαδεύει. Καταφύγιο στη χαρά, τη λύπη, την οδύνη, εξομολόγηση που δεν έγινε στην ώρα της, το άχθος ακόμη κι ενός γίγαντα στο σώμα ή την ψυχή, μητέρα αλλά και γη, όπως η λατινική θεότητα, αυτή που στέλνει τους σεισμούς, κάτω από αυτήν που η παραδαρμένη ψυχή της Μαρίας θα λουφάξει. Σε ποιον απευθύνεται άραγε; Στην πραγματική της μητέρα που άφησε πίσω βλέποντάς την σαν τέρας (άλλη μία παράφραση των φθόγγων που προφέρει) ή στη γενέθλια γη που εγκατέλειψε κι εκείνη την τιμώρησε ίσως κρατώντας την σιδηροδέσμια κοντά της; Την τιμώρησε ή της πρόσφερε την αγκαλιά ενός ακλόνητου κήπου μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα;

Πολλά θα ήθελα να πω καθώς ακόμη κι αυτή τη στιγμή που γράφω εικόνες και λέξεις πετούν μπροστά μου και σαν πολύχρωμες κορδέλες τις βλέπω να τυλίγονται γύρω από τα στιβαρά μπράτσα του Πολυβώτη.

Θα περιοριστώ όμως σε ένα μεγάλο ευχαριστώ για κάτι στο οποίο θα ανατρέχω ξανά και ξανά, καθώς θα συμφωνήσω με την τελευταία πρόταση του οπισθόφυλλου «είναι δύσκολη έως ακατόρθωτη η εξιχνίαση της ψυχής του Αγαπημένου. Του οποιουδήποτε Αγαπημένου ...;».Θα προσθέσω όμως πως πιο εύκολη γίνεται αυτή η αναζήτηση, η ψηλάφηση, η εξιχνίαση, διαβάζοντας μυθιστορήματα σαν το Τέρα Άμου, αφορμές για εσωτερικές αναζητήσεις και ταξίδια.

Στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ

--1.jpgKathreftes-fin (2).jpg7.jpg












Στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ της Μυτιλήνης φιλοξενήθηκε η συζήτηση που είχα με την κυρία Μαριάνθη Βάμβουρα. Και από το βήμα αυτό την ευχαριστώ θερμά για την τόσο όμορφη κουβέντα μας. Επισκεφθείτε το ιστολόγιό της κάνοντας κλικ εδώ


Εκ βαθέων συνομιλία

της Μαριάνθης Βάμβουρα


«ως παιδί δεν είπα ποτέ «μητέρα μου» απ όταν έχασα τη βιολογική μου μάνα. Νονά έλεγα τη γυναίκα που με πήρε από μικρό και με μεγάλωσε. Οπότε ένας τίτλος σαν τον Τέρα Άμου ήταν κι ένα δικό μου μεταχρονολογημένο «Μητέρα μου», έστω και με έναν «ραγισμένο» τίτλο μυθιστορήματος». Οι παραπάνω σειρές, θα μπορούσαν να αποτελούν κομμάτι από μυθιστόρημα. Είναι, όμως, οι αλήθειες της ψυχής και θα τις ξαναδιαβάσουμε παρακάτω στη συνομιλία που είχαμε με το συγγραφέα και δάσκαλο Νίκο Διακογιάννη. Μια συνομιλία εκ βαθέων, με ανθρωπιά και πολύ συναίσθημα, έτσι όπως ακριβώς είναι άλλωστε και κάποια από τα στοιχεία που συνθέτουν το χαρακτήρα του εν λόγω συγγραφέα. Η πρώτη πολλά δικαίως υποσχόμενη παρουσία το 2007 με το βαθιά συναισθηματικό «Τέρα Άμου», για να ακολουθήσει το 2009 το μαγικό και έντονα συγκινητικό μυθιστόρημα « Καθρέφτες στο χώμα». Από τις εκδόσεις Αρμός και τα δύο. Δυο χρόνια μετά, το 2011 έρχεται το ανατρεπτικό « Ο ύπνος των αγαλμάτων» με την ιδιαίτερη θεματική, από τις εκδόσεις Καλέντης. Μάχιμος και συνειδητοποιημένος δάσκαλος ο Νίκος Διακογιάννης, επιλέγει το γενέθλιο τόπο του τη Νίσυρο της Δωδεκανήσου, να ζήσει μόνιμα και να πραγματώσει τα όνειρά του σε έναν εμπνευσμένο καθημερινό αγώνα μέσα στην τάξη και πάνω στο χαρτί. Γεννημένος το 1974 στον ακριτικό αυτό τόπο, δίνει καθημερινά τον προσωπικό του αγώνα, για μια ποιοτική και αξιοπρεπή ελληνική παιδεία. Παράλληλα, συγγράφει με συνέπεια. Το έργο του κατά γενική ομολογία φίλων αναγνωστών που παρακολουθούν την πορεία του, χαρακτηρίζεται από ποιητικότητα στο λόγο, σωστή χρήση της γλώσσας και δυναμική τέτοια που μπορεί και ρίχνει «πολλά βότσαλα στη λίμνη του μυαλού». Διαδικτυακά διατηρεί το μπλογκ tera-amou.pblogs.gr, από όπου οι αναγνώστες έχουν επικοινωνία μαζί του.

«Η Μαρία ονειρεύεται μια ζωή έξω απ' τα στενά όρια του ακριτικού νησιού. Ο Αλέξης την ερωτεύεται και θα την πάρει να ζήσουν στην πρωτεύουσα. Ο καρπός του έρωτά τους, η Σοφία, στην ηλικία των επτά χρόνων, θα κληθεί από τις περιστάσεις να επιστρέψει εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα της. Για τη γιαγιά Ανθούλα όλα μοιάζουν τώρα σαν καταφύγιο και έμπνευση δυο ξένοι, ένας δάσκαλος και ένας καταξιωμένος ζωγράφος. Όμως πώς συνομιλεί κανείς με το απρόσμενο, το αναπάντεχο, όταν οι ισορροπίες παύουν να υφίστανται; Και πώς μοιάζει άραγε ένας κόσμος όπου μόνος κάτοικός του είναι η Τέρα 'Αμου; Οι σχέσεις δοκιμάζονται, ανθίζουν και ωριμάζουν στον κήπο που οριοθετείται λίγα μέτρα από τη θάλασσα και ακούει στο όνομα Εδέμ...», αναφέρει μια σύντομη περιγραφή που διαβάζουμε στο πρώτο δείγμα γραφής του «Τέρα Άμου». Αλλά και το συναρπαστικό βιβλίο του «Καθρέφτες στο χώμα» μας ταξιδεύει με τις εικόνες του που είναι δοσμένες με ιδιαίτερη τέχνη λόγου στην εποχή του μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, με φόντο την ορεινή Αρκαδία. Εκεί που γίνεται η μεγάλη ανατροπή στο θέμα και το ύφος είναι «Ο ύπνος των αγαλμάτων». Ο συγγραφέας εντυπωσιάζει με τους χειρισμούς του το βιβλιόφιλο κοινό, αλλά και το αιφνιδιάζει. Οι αναγνώστες μιλούν για δημιουργική φαντασία, έντονη σημειολογία, πολυεπίπεδη υπεροχή θα έλεγα εγώ από τη δική μου πλευρά. Ποιητικός, ξεκάθαρος, ανατρεπτικός, μη αναμενόμενος, ζωντανός στην εικόνα και το λόγο είναι με λίγα λόγια ο συγγραφέας Νίκος Διακογιάννης, τον οποίο έχουμε την τιμή και χαρά να φιλοξενούμε στο σημερινό μας φύλλο. Μας προσκαλεί και μας προκαλεί να τον ακολουθήσουμε σε ένα ψηλάφισμα του νου και της ψυχής του (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε πρόλογό του) για να μας αποκαλύψει τις αλήθειες της ζωής του.

2012-05-01.jpgΚύριε Διακογιάννη, σας καλωσορίζω στη συνομιλία μας μέσα από τη στήλη της εφημερίδας «Δημοκράτης», με ιδιαίτερη την τιμή και χαρά για αυτή τη φιλοξενία.
Συγγραφέας με συνεχή και έντονη παρουσία στα λογοτεχνικά πράγματα, καταξιωμένος πλέον, αν ανατρέχατε στο ξεκίνημά σας ποιο θα ορίζατε ως βασικό κίνητρο, ώστε να πάρετε την πένα στο χέρι σας και να κάνετε τον κόσμο των ιδεών σας τέχνη του λόγου;
Η συγγραφή ανήκει στα μυστήρια του κόσμου. Ακόμη δεν γνωρίζω κι ίσως ποτέ κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει- το λόγο που τον οδηγεί να δώσει σε μορφή μυθιστορήματος εκείνα που ήθελε να μοιραστεί με άλλους. Πιστεύω πως αυτό το μαγικό που συμβαίνει έχει να κάνει με το πώς τα βιώματά μας σε συνδυασμό με το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε, βρίσκουν τη «γη της επαγγελίας», τη λύτρωση μέσω της συγγραφικής τέχνης. Για εκείνο που είμαι σίγουρος, είναι ότι δεν επρόκειτο για τυχαίο γεγονός, ένα πυροτέχνημα που θα έσβηνε άμα τη κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου. Όσο περνά ο καιρός, το σύμπαν που λέγεται λογοτεχνία με καλεί να ανακαλύψω μεγαλύτερο μέρος της μοναδικής ομορφιάς του.

Συνηθίζετε να εντάσσετε στοιχεία της προσωπικής σας ζωής, αισθήματα, βιώματα, εμπειρίες της καθημερινότητας, στην πλοκή των μυθιστορημάτων σας;
Συμβαίνει συχνά. Στο πρώτο δε βιβλίο, την Τέρα Άμου, υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αφού η υπόθεση του έργου εδράζεται στη μικρή μου πατρίδα, τη Νίσυρο. Νομίζω πως κανένας δεν μπορεί να «ξεφύγει» ή να «θωρακιστεί» από τα βιώματά του, επειδή τάχα μου ο συγγραφέας «οφείλει» να βγαίνει απ τον εαυτό του, να δημιουργεί χαρακτήρες εκ του μη όντος. Ίσως τελικά να μην είναι αυτό το ζητούμενο, αλλά η γλυπτική που επιλέγουμε, ώστε να δώσουμε νέο σχήμα ακόμη και σε πράγματα που λογίζονται ως χιλιοειπωμένα. Δε με βρίσκει σύμφωνο η άποψη που θέλει το συγγραφικό Εγώ να υποχωρεί πλήρως προς όφελος της συγγραφικής διάχυσης στο κείμενο. Τα δικά μου βιώματα, και η εξ αυτών διαμορφούμενη ψυχοσύνθεσή μου, γίνονται άλλοτε η βάση πάνω στην οποία σχεδιάζεται ο σκελετός του μυθιστορήματος κι άλλοτε μικρές πινελιές που σκοπό έχουν να επιτείνουν το συναίσθημα ή να δώσουν τη λύση σε σημεία κομβικά του έργου. Είναι αλήθεια πάντως, πως όσο το ένα βιβλίο διαδέχεται το άλλο, τόσο απομακρύνεται κανείς απ τα του οίκου του και γίνεται πιο δεκτικός προς νέα υλικά, με τα οποία θα δημιουργήσει κόσμους λογοτεχνικούς.

Όταν αρχίζετε να γράφετε τις πρώτες σειρές ενός μυθιστορήματός σας, κρατάτε φυλαγμένα στην άκρη του μυαλού σας κάποια στοιχεία που τεχνηέντως θα σκορπίσετε και θα αφήσετε να διαφανούν στην εξέλιξη της ιστορίας;
Δεν ξεκινώ να γράφω έχοντας κατά νου αν πρέπει να προσέξω τι θα πω και πότε θα το πω. Δόξα τω Θεώ, και με όχημα τη φαντασία, μιλώ για γεγονότα, ρίχνοντας λίγη απ την απαραίτητη ονειρόσκονη. Η λογοτεχνία θα είναι πάντα και ταξίδι του νου και της ψυχής μας, όχι απλώς ένα συμμετρικό, βασισμένο σε όρους και κανόνες, νοητικό κατασκεύασμα. Ας μην το ξεχνάμε αυτό. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο συγγραφέας είναι ταυτόχρονα και φορέας ιδεών, θεωρείται αυτονόητη η καταγραφή τους, ισχυρό κομμάτι καθώς αποτελούν της ιδιοσυγκρασίας του. Σ ό, τι αφορά το πρόσωπό μου θα λεγα πως οι δικές μου συγγραφικές εμμονές έχουν να κάνουν με έννοιες όπως η μητέρα, η βροχή και η έννοια του τραγικού. Αυτά ως επί το πλείστον είναι τα τρία υλικά που λειτουργούν σαν προζύμι για τα δικά μου «αρτοποιήματα».

Κύριε Διακογιάννη, αν λάβουμε υπόψη μας πως κατ΄επάγγελμα είστε εκπαιδευτικός (αν και στην περίπτωσή σας μπορώ να πω πως κάνετε λειτούργημα), ποια η σημασία της συγγραφής στη ζωή σας;
Συμφωνώ, είναι λειτούργημα. Όσο για τη σημασία της γραφής στη ζωή μου, θα έλεγα πως είχε το ρόλο της φυγής. Ήταν το δικό μου μαγικό χαλί. Ο τρόπος να ίπταμαι πάνω απ την καθημερινότητα, την παντοκρατορία της λογικής. Σταδιακά άρχισα να ελκύομαι απ το μαγικό ρεαλισμό και διάβαζα έργα ομοτέχνων όπου αυτός ήταν κυρίαρχος, όπως το εκπληκτικής σύλληψης και γραφής μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη «Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος». Γι αυτό αφέθηκα τόσο πολύ στη δημιουργία του τρίτου μου βιβλίου, τον Ύπνο των αγαλμάτων, όπου με τρόπους οικείους και ανοίκειους μαζί, μπόρεσα να εκφραστώ. Την υπέρβαση ζητάω. Μάλιστα, κάποιες φορές η απομόνωση από τα του κόσμου, η ηθελημένη μοναχικότητα, λειτούργησε σαν καταφύγιο, σαν κέντρο ίασης της ψυχής μου.

Συμβαίνει συχνά να μεταφέρονται στην οθόνη λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα. Πώς θα αντιμετωπίζατε μια ενδεχόμενη πρόταση;
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στην οθόνη -στη μεγάλη οθόνη κατά προτίμηση. Είναι συναρπαστικό για ένα συγγραφέα να δει το έργο του να χτίζεται από την αρχή, να το ντύνει η ειδικά γι αυτό γραμμένη μουσική, ένα καλοδουλεμένο σενάριο και η δυναμική παρουσία των ηθοποιών. Υπάρχουν, βέβαια και βιβλία που όταν μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο ή στη μικρή οθόνη έχασαν μέρος από την αίγλη τους, τα βαθιά νοήματα και τη λογοτεχνική τους αξία. Πρόχειρα αναφέρω το εξαιρετικό κείμενο «Το χρώμα του φεγγαριού» της Αλκυόνης Παπαδάκη, το οποίο πολλά χρόνια πριν είχε προβληθεί απ τον Αντένα. Εξαρτάται, λοιπόν, απ τους ανθρώπους που θα αναλάβουν να φέρουν εις πέρας μια τέτοια παραγωγή. Η περίπτωση του μυθιστορήματος «Το Νησί» της Βικτόριας Χίσλοπ, αποτελεί τη φωτεινότερη εξαίρεση της τελευταίας δεκαετίας. Αισθάνθηκα να καταρρίπτεται η παγιωμένη άποψη πως μονάχα ο κινηματογράφος αναδεικνύει καλύτερα ή πηγαίνει παραπέρα- ένα έργο συγγραφικό. Στην τηλεόραση, δυστυχώς, άλλοτε λόγω χαμηλού προϋπολογισμού, άλλοτε επειδή το έργο βρίσκει εμπόδια μπροστά σε υδροκέφαλες επιτροπές, η υλοποίηση φαντάζει ανέφικτη. Αν έπρεπε να κάνω μια ευχή, ναι, θα ήθελα να δω κάποια στιγμή τον «Ύπνο των Αγαλμάτων» να γίνεται ταινία.

Ο τόπος που επιλέξατε να ζήσετε έχει παίξει κάποιο ιδιαίτερο ρόλο στις συγγραφικές επιλογές σας;
Ασφαλώς! Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα νησί που, όπου κι αν γυρνούσα το βλέμμα, με περίμενε άλλοτε ένας Παπαδιαμάντης, άλλοτε ένας Κόντογλου, ένας Καρκαβίτσας, μια Πηνελόπη Δέλτα κι ένας Βενέζης. Κι ας μην τους είχα διαβάσει ποτέ μέχρι τα δέκα μου χρόνια. Τους είχα βιώσει πρώτα στο έξω από της ψυχής μου κομμάτι του κόσμου που ανακάλυπτα. Ήταν ευτύχημα που το τόσο καθοριστικό κομμάτι της παιδικής ηλικίας το έζησα σε μια Νίσυρο που δεν είχε προλάβει ακόμη να αλλοιωθεί και ως τα μέσα του ογδόντα είχε κρατήσει την εικόνα, τα αρώματα και τους ρυθμούς μιας άλλης εποχής. Συγκινούμαι έντονα σαν φέρνω στη θύμηση ανθρώπους σαν μορφές Αγίων που ήρθαν στη ζωή και δεν πείραξαν τίποτα, δεν έκαναν κάτι κακό στη Δημιουργία. Όπως λέει ο Παντελής ο Θαλασσινός σε ένα του τραγούδι


«Όμως αυτά τα θαύματα γίνονταν σ άλλα χρόνια,
τότε που ζούσαν άνθρωποι με καθαρή ψυχή,
που κοίταγαν πολύ ψηλά στου ουρανού τ αλώνια
και ξέρανε ποιο σύννεφο θα φέρει τη βροχή».


Καθώς τα χρόνια κυλούσαν και άρχισα να διαβάζω συστηματικά, και δίχως να το γνωρίζω, είχε ετοιμαστεί εντός μου μια μεγάλη αγκαλιά να δεχτεί τα λόγια των Ελλήνων κλασικών πεζογράφων που προανέφερα. Ποιητές, επίσης, που γνώρισα αρκετά αργότερα, ήρθαν να προστεθούν και να δονήσουν αλλιώς τα μέρη της ψυχής μου. Επιρροές, λοιπόν, στη γραφή μου από τους Καβάφη, Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη και Λειβαδίτη αποτελούν θησαυρό ανεκτίμητο κι από κει συχνά αντλώ «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ έβενους», όπως λέει ο Αλεξανδρινός ποιητής. Νιώθω τις δονήσεις από τη μουσικότητα των λέξεών τους κι έτσι προσπαθώ κάτι να σκαλίσω κι εγώ ή καλύτερα- να πληκτρολογήσω στο λευκό χαρτί του φύλλου εργασίας.

Άρα οι προτιμήσεις σας ως αναγνώστη στρέφονταν περισσότερο στην ελληνική παρά στην ξένη βιβλιογραφία;
Σαφέστατα. Ο ευλογημένος, μυρωμένος τόπος, στον οποίο κατέφευγα από πάντα μου ήταν η ελληνική λογοτεχνία. Οι Έλληνες κλασικοί που ύμνησαν το Αιγαίο, την Ορθοδοξία, τις απλές μορφές της ελληνικής υπαίθρου, τα αρώματα, τον καημό, το μισεμό, τα ατέλειωτα χειμερινά νυχτέρια. Φυσικά, κάποια στιγμή ήρθε η ώρα και για τους ξένους συγγραφείς. Ξεκίνησα με το μεγάλο Ντοστογιέφσκυ και πέρασα από τις μαγικές σελίδες των Μπόρχες και Αλιέντε.

Αλήθεια είναι πως όποιος γράφει εκτίθεται Εσείς πόσο έχετε αφήσει τον εαυτό σας να «εκτεθεί» μέσα από τα γραπτά του;
Σε ό, τι κάνει κανείς εκτίθεται. Ακόμη και με τούτην εδώ τη συζήτηση που κάνουμε! Θα έλεγα πως η Τέρα Άμου, το πρώτο μου μυθιστόρημα, εκτός του ότι περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ήταν η έκρηξη όσων για χρόνια ένιωθα μα δεν ήμουν ικανός να εκφράσω με λέξεις. Όλος ο μαγικός εκείνος κόσμος των συναισθημάτων τα οποία -αν και πολύτιμα όταν δεν ερμηνεύονται- έρχεται στιγμή που θες να τα μοιραστείς, να δεις αν και άλλοι «τρελοί» σαν εσένα θα βρεθούν να συμμεριστούν.
Συγκλονίστηκα όταν διαπίστωσα πως ακόμη και ο τίτλος Τέρα Άμου δεν ήταν τίποτα άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κραυγή για την απώλεια της μητέρας μου, την οποία δε γνώρισα ποτέ μου! Ως παιδί δεν είπα ποτέ μητέρα ή μητέρα μου. Σήμερα, όμως, λέω «Τέρα Άμου» κι αυτό, πιστέψτε με, είναι κάτι

Από τη στιγμή που ολοκληρώνετε τη συγγραφή ενός έργου σας και το παραδίδετε στον εκδότη, ποιος είναι ο κόσμος των αισθημάτων αλλά και σκέψεών σας;
Το επόμενο από τους «Καθρέφτες στο χώμα» βιβλίο το είχα στείλει σε δέκα περίπου εκδότες, αφού ήθελα να αλλάξω εκδοτική στέγη, οπότε καταλαβαίνετε πόσο μεγάλη ήταν η αγωνία μου. Βίωνα παρόμοια συναισθήματα με κείνα του πρώτου βιβλίου, όταν άγνωστος ων, προσπαθούσα να βρω κάποιον να πιστέψει στην Τέρα Άμου.
Το καρδιοχτύπι άρχισε ξανά με αφορμή το τέταρτο μυθιστόρημά μου που ολοκλήρωσα και περιμένω μια θετική απάντηση εκ νέου. Σήμερα με την οικονομική κρίση να έχει χτυπήσει και το χώρο των εκδόσεων, καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι να επενδύσει κάποιος στο έργο ενός αγνώστου στους πολλούς, συγγραφέα. Γνωρίζω πως ακόμη και έργα καταξιωμένων συγγραφέων απορρίφθηκαν από τις αρμόδιες επιτροπές. Αρένα κανονική ο χώρος του βιβλίου! Όμως έχει ο Θεός


Πάλι θα σας προκαλέσω να πισωγυρίσετε και να θυμηθείτε πώς αισθανθήκατε όταν είδατε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το πρώτο σας μυθιστόρημα;
Σαν ένας πατέρας που του έβαλαν στην αγκαλιά το νεογέννητο παιδί του. Μετά ακολούθησε το αίσθημα ντροπής ή για να μην υπερβάλλουμε- η έντονη συστολή. Δεν τολμούσα να βγω από το σπίτι. Όμως όταν χρειάστηκε να ανέβω στην Αθήνα ήταν θυμάμαι τέλη Ιουνίου του 2007 και είχε τρομερό καύσωνα. Εκεί στην Πανεπιστημίου, στο βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου, ήταν όταν το πρωταντίκρυσα. Ρίγησα. Ήθελα να αγκαλιάσω όποιον έβρισκα μπροστά μου! Ήθελα να πω ένα «Μητέρα, τα καταφέραμε!»

Ο ρόλος σας διττός. Δάσκαλος και συγγραφέας!! Το ισοζύγιο;
Χαρά κι ευλογία για έναν εκπαιδευτικό ο χώρος του βιβλίου και της συγγραφής. Πλουτίζει εντός του, γίνεται καλύτερος στην εργασία του. Μια σχέση δούναι και λαβείν είναι. Αποκομίζω πολλά μέσω της επαφής με τα παιδιά μικρής ηλικίας. Όση αθωότητα μπορεί ακόμη να βρει κανείς στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, την κάνω οξυγόνο μου, τρόπον τινά πύλη που μου επιτρέπει να συνομιλώ ξανά με το παρελθόν μου κι από εκεί να αντλώ δύναμη, να νοηματοδοτώ αλλιώς όσα έζησα, να βρίσκω ατραπούς διεξόδου. Χαίρομαι όταν αβίαστα περνώ στα παιδιά το πάθος μου για το βιβλίο τόσο ως κείμενο, όσο κι ως αντικείμενο.

" ΤΕΡΑ ΑΜΟΥ" Το πρώτο σας βιβλίο. Πώς φτάσατε στην επιλογή αυτού του τίτλου;
Να σας πω ότι ο αρχικός τίτλος ήταν «Απρόσμενοι επισκέπτες». Έπειτα ακολούθησε η λέξη « Άμου», αυτό δηλαδή που μπορούσε να πει η ηρωίδα μου μετά το ατύχημα που είχε στο νησί. Τελικά ένα μήνα πριν την κυκλοφορία- κατέληξα στο «Τέρα Άμου». Μου άρεσε επειδή έμοιαζε με γρίφο. Έφερνε στο νου την Terra (=γη) των Λατίνων. Το «Άμου» με τη σειρά του ίσως μια παραφθορά του ιταλικού ρήματος amo (=αγαπώ). Θυμάμαι πόσο είχε γοητεύσει τον πρώτο μου εκδότη, τον κύριο Χατζηιακώβου των εκδόσεων Αρμός, στον οποίο οφείλω πάρα πολλά, όπως άλλωστε και τον επόμενο, τον Αλέξανδρο Καλέντη.
Όπως σας ανέφερα και παραπάνω, το συγκλονιστικό είναι όταν διαπίστωσα πώς η συγγραφή λειτουργεί ως δύναμη καθαρτήρια. Ασυνείδητα είχαν λειτουργήσει όλα, για να ικανοποιήσουν μια δική μου έλλειψη. Σας είπα και προηγουμένως πως ως παιδί δεν είπα ποτέ «μητέρα μου» απ όταν έχασα τη βιολογική μου μάνα. Νονά έλεγα τη γυναίκα που με πήρε από μικρό παιδί και με μεγάλωσε. Οπότε ένας τίτλος σαν τον Τέρα Άμου ήταν κι ένα δικό μου μεταχρονολογημένο «Μητέρα μου», έστω και με έναν «ραγισμένο» τίτλο μυθιστορήματος. Να, κάτι τέτοια μαγικά βιώνει όποιος ασχολείται με τη συγγραφή.

Είπατε ότι έχετε ήδη ολοκληρώσει και αποστείλει το νέο σας μυθιστόρημα προς έγκριση. Μιλήστε μας λίγο γι αυτό.
Ναι. Ο δικός μου προτεινόμενος τίτλος γι αυτό είναι «Αναγκράμμα», το όνομα της νέας ηρωίδας μου που κατέφυγε σε πολλά, προκειμένου να κρύψει από τον κόσμο ένα μεγάλο της μυστικό. Με το μυθιστόρημα αυτό επιστρέφω στο συναίσθημα, μετά το σημειολογικό θρίλερ «Ο ύπνος των αγαλμάτων». Το παράξενο είναι ότι η σύλληψη του θέματος έγινε από μερικές σκηνές που είδα στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού Alla mia eta που ερμηνεύει ο Ιταλός τραγουδιστής Tiziano Ferro. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το βιβλίο είναι αφιερωμένο σ αυτόν! Αυτό επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά το πόσο μαγικός και απρόσμενος είναι ο χώρος της λογοτεχνίας.

Θα μπορούσαμε να έχουμε σε αποκλειστικότητα ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο αυτό;
Ασφαλώς! Δεν μπορώ να επιλέξω κάποιο κομμάτι, γι αυτό καλύτερα να παραθέσω μερικές παραγράφους από το πρώτο κεφάλαιο, από τον τρόπο που ανοίγεται το μυθιστόρημα στον αναγνώστη του. Συναντάμε, λοιπόν, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λόγια γραμμένα στο προσωπικό ημερολόγιο του Λίτο, ενός γραφίστα κοντά στα σαράντα που συγκατοικεί με τον ανάπηρο αδερφό του, τον Νόβε.

«Βρέχει απ το πρωί ή μήπως από πάντα; Θαρρείς πως σε ολάκερο τον κόσμο άλλος τόπος δεν υπάρχει ν αντέχει τα ύψη της υπομονής. Η αλήθεια είναι πως αυτή η πόλη άλλες εναλλακτικές δεν είχε. Συνήθισε πια να ρίχνει βροχή στις χαρές και τις λύπες της. Ποιος ξέρει, ίσως έτσι συνομιλεί καλύτερα μ εκείνους που την κατοικούν. Κι αλήθεια, συχνά σκέφτομαι πόσο κι εγώ της μοιάζω, τις φορές που ετοιμάζω καφέ στο φίλο ή τον εχθρό, στις στρατιές των θεών και δαιμόνων μου.
Λένε πως εδώ οι άνθρωποι ενδύονται τη βροχή. Είναι τα γάντια και ο μάλλινος σκούφος, το κίτρινο αδιάβροχο, το περασμένο σαν θηλιά κασκόλ τους. Κι έχουν τόσο μαθητεύσει στα ανερμήνευτα, ώστε βλέπουν το θαύμα εκεί που οι πολλοί κοιτούν μονάχα το δάχτυλο. Έτσι μάλλον εξηγείται γιατί αισθάνομαι τους μυστικούς παλμούς της πολιτείας. Μοιάζει να χει δέρμα και σύστημα κυκλοφορικό. Μεγάλες λεωφόροι κι υπόγειες σήραγγες σπρώχνουν μακρύτερα τη ζωή. Τη δοξάζουν, την επιτιμούν ή τη σέρνουν ρακένδυτη δίπλα στα απορριμματοφόρα.
Και το ταξίδι αυτό τέλος δεν έχει».

Για το δημοσίευμα στην εφημερίδα κλικ εδώ

Είπαμε τον Μάη (Νίσυρος, βίντεο)

Καλημέρα, καλό μήνα! Ο Μάιος έφτασε! Κι εμείς εδώ στη Νίσυρο γυρίσαμε χθες τα μεσάνυχτα και τον τραγουδήσαμε στα στενά του Μανδρακίου! Δυσκολεύτηκα με τόσο σκοτάδι, όμως από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό, ώστε οι Νισύριοι του εξωτερικού να ταξιδέψουν στην εποχή που κι οι ίδιοι γυρνούσαν και τραγουδούσαν...

Ο ΠΑΝΟΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΝΙΣΥΡΟ 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012 (βίντεο)

Ο Πάνος Καμμένος επισκέφθηκε σήμερα τη γενέτειρά του, τη Νίσυρο. Για τους Νισύριους εκτός Νισύρου που θα ήθελαν να δουν και να ακούσουν όσα έγιναν, παραθέτω το βίντεο.