«Στ' αριστερά μας θάλασσα, στα δεξιά, κρατήρες ηφαιστείων. Ελα στο μέσον της οπτικής και ισορρόπησε, αν σου βαστά. Θέλει κότσια, θέλει πίστη η ζωή που έχουμε επιλέξει»
Είναι να μη χαίρομαι διπλά; Η Μάρω Βαμβουνάκη επανέκδοσε υπό τη στέγη του εκδοτικού οίκου Αρμός το βιβλίο "Όταν ο Θεός πεθαίνει", το οποίο πρωτοκυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Δόμος το 2003. Με νέο εξώφυλλο κι άλλη αισθητική έρχεται να κερδίσει νέους αναγνώστες και να πιάσει κουβέντα με το μέσα μέρος της ψυχής μας. Καλοτάξιδο να είναι και σε αυτό το δεύτερο ταξίδι του στ' ανοι χτά...
Πρόκειται για μια συνάντηση προσωπικής αγωνίας καμωμένη από απαντήσεις που δίνει ο Αλέξανδρος Κατσιάρας σε ερωτήσεις της Μάρως Βαμβουνάκη.
Για την ύπαρξη, τη σχέση, το όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα και τον Άλλο, τον Ξένο, την ετερότητα και την κοινωνία, την Εκκλησία, τον Θεό που μας γυρεύει, τον Θεό που σκοτώνουμε, το "κάτι" που μας κάνει όντως να είμαστε.
Για εκείνους που λένε Ναι και είναι Όχι, για εκείνους που λένε Όχι και είναι πιο κοντά στο Ναι, για εκείνους που δεν ικανοποιούνται με το να μένουν χλιαροί, για εκείνους που περιμένουν...
Μια κουβέντα αφαιρέσεων και ανατροπών, εφόσον το αληθινό δεν έχει ανάγκη τη δική του προβολή ούτε τη δική μας συνηγορία.
Εφόσον ο ζωντανός Θεός, για ν' αναστηθεί στον καθένα, πάντοτε περιμένει να πεθάνουν οι θεοί, ο θεός που φανταστήκαμε, τα είδωλα, και -το πιο επώδυνο- το είδωλο των ειδώλων: το Εγώ.
Μπορείτε να παραγγείλετε το βιβλίο κάνοντας κλικεδώ
Στον συγγραφέα αυτού του βιβλίου, Γιώργο Αντωνάκη,έχουμε αναφερθεί άλλες δυο φορές στο παρελθόν μέσα από τις αναρτήσεις αυτού του ιστολογίου. Δοσμένος ολοκληρωτικά στη συγγραφή βιβλίων για παιδιά και με μια φαντασία τόσο δημιουργική που σε κάνει να απορείς, έρχεται για άλλη μια φορά στην παρέα μας και μας προτείνει το νέο του βιβλίο, που αποτελεί τη συνέχεια εκείνου με τον τίτλο "Ο πεισματάρης Γιάννης και ο άγιος με το χρυσό στόμα". Μάλιστα, το βιβλίο αυτό είχα τη χαρά να το δω δραματοποιημένο από τον ίδιο όταν επισκέφθηκε τη Νϊσυρο μόλις πριν λίγες μέρες, καλεσμένος από το Σχολείο μας.
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας με τη βοήθεια του κεντρικού ήρωα, πεισματάρη Γιάννη, θίγει το θέμα της πείνας που μαστίζει πολλά μέρη του πλανήτη μας και επικεντρώνεται στα αμίλητα παιδιά, στα παιδιά της Αφρικής. Το δεύτερο αυτό βιβλίο της σειράς έρχεται με ακόμη πιο ευφάνταστες λογοτεχνικές τεχνικές να απογειώσει την αγωνία των μικρών αναγνωστών.
Όλα ξεκινούν με μια σκηνή στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, όταν τρία παιδιά, ασυνόδευτα και χωρίς διαβατήριο, ζητούν από την εκεί υπάλληλο να περάσουν στο check in και να ταξιδέωουν μέχρι την Κένυα! Η υπάλληλος τρομοκρατημένη μα και φανερά εκνετρισμένη, καλεί την αστυνομία. Και τότε αρχίζουν όλα. Ο συγγραφέας άλλοτε με τρόπο άμεσο και άλλοτε με τρόπο πιο έμμεσο θίγει το πρόβλημα της πείνας στην αφρική, το πρόβλημα της παχυσαρκίας του Πρωτου Κόσμου και με τη φωνή του Γιάννη δίνει λύσεις. Ο Γιάννης θα φτάσει μέχρι και σε κέντρο αισθητικής και αδυνατίσματος προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τα παιδιά που πεινούν. θα του ζητήσουν από τηλεοπτικό σταθμό συνέντευξη και συμμετοχή στη δημιουργία διαφημιστικού σποτ. Με τους δύο φίλους του φτιάχνουν μια μυστική ορ΄γανωση και χρησιμοποιούν λέξεις με άλλη σγμασία από την αρχική τους ώστε ο κώδικας επικοινωνίας τους να μην κρυπτογραφηθεί από κανέναν. Γίνονται αναφορές στην οργάνωση unicef όσο και στην Αλληλεγγύη., την οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Τα χρώματα και οι ζωγραφιές κερδίζουν με την πρώτη ματιά τους λιλιπούτειους φίλους μας. Ένα βιβλίο παντός καιρού, πολύτιμο δώρο σε καιρούς άξενους και άκρατου καταναλωτισμού και απαραίτητο εφόδιο γι ατις παιδικές ψυωές που βοβμβαρδίζονται από πολύ νωρίς πλέον με πρότυπα καταναλωτισμού, ματαιοδοξίας και κενότητας.
Στο οπισθόφυλλο υπάρχει ενσωματωμένος καλαίσθητος σελιδοδείκτης, τον οποίο και κόβουν τα παιδιά πανεύκολα. Ο συγγραφέας μάς εμπιστεύθηκε το νέο ότι έχει ήδη ολοκληρώσει τη συγγραφή και του τρίτου μέρους.
Σε μια εποχή που βασιλεύουν βιβλία τύπου Χάρυ Πότερ και ισχύει το "ο σκοπός (τα παιδιά να αγαπήσουν το βιβλίο) αγιάζει τα μέσα (με κεκαλυμμένα ή και απροκάλυπτα ανοιχτά βιβλία μύησης στη μαγεία) είναι χαρά και τιμή να κυκλοφορουνται τέτοια βιβλία, όπως αυτά των εκδόσεων Ακρίτας, που προωθούν ανθρωπιστικές αξίες, τις οποίες όλοι μας αποζητούμε και θέλουμε σε κάθε ευκαιρία να εμφυσήσουμε στις ψυχές των παιδιών μας.
Δείτε περισσότερα για τα βιβλία των εκδόσεων Ακρίτας, κάνο ντας κλικ εδώ.
Παραγγείλετε, αν θέλετε, το βιβλίο κάνοντας κλικεδώ.
Δείτε τις παρουσιάσεις ακόμη δύο βιβλίων του που έγιναν από το ιστολόγιο αυτό κάνοτας κλικ εδώκιεδώ
Η Άννα, δασκάλα στην Ιεράπετρα, παρακίνησε τα παιδιά της Γ' τάξης να συνεχίσουν την ιστορία για τη Μακαρονοχώρα που ξεκίνησαν οι δικοί μου μαθητές της Β' τάξης. Σήμερα έλαβα το κείμενο και το αναρτώ μαζί με ένα ευχαριστώ και πολλά φιλιά σε όλα τα παιδάκια και στη δασκάλα τους. Επισκεφθείτε και το ιστολόγιο της Άννας, κάνοντας κλικ εδώ!
Το σπουργιτάκι πέταξε μακριά και βρήκε το βασιλιά των πουλιών. Ένα φανταχτερό πολύχρωμο παπαγάλο. Του μίλησαν για τη Μακαρονοχώρα και εκείνος έστειλε τους πιστούς του συντρόφους να πουν το νέο σε όλα τα όμορφα πουλιά.
Μέσα σε λίγες μέρες όλα τα πουλιά είχαν μάθει τα νέα και ταξίδεψαν στη μακρινή πανέμορφη Μακαρονοχώρα.
Στη μακρινή χώρα τα πάντα ήταν φτιαγμένα από μακαρόνια ...;Μακαρόνια μακρουλά για τις κολώνες των σπιτιών ...;Μακαρόνια στρογγυλά είχαν οι ρόδες των ποδηλάτων. Μακαρόνια φιογκάκια οι κοτσίδες των κοριτσιών ...;
Όπου και αν κοιτούσες έβλεπες μακαρόνια.
Στη χώρα αυτή ζούσαν άνθρωποι με καλή ψυχή που αγαπούσαν τα πουλιά και δε τα ενοχλούσαν ποτέ ...;Δεν είχαν κλουβιά με πουλιά , ούτε σφεντόνες και όπλα για να τα κυνηγούν. Άνθρωποι και πουλιά ζούσαν αγαπημένοι ...;
Επειδή στη χώρα αυτή βασίλευε η καλοσύνη και η αγάπη κάθε φορά που ένα πουλί έτρωγε ένα μακαρόνι αυτό μαγικά ξαναφύτρωνε..Ετσι δε χαλούσε η Μακαρονοχώρα. Οι άνθρωποι τάιζαν τα πουλιά και τα πουλιά έκαναν τους ανθρώπους χαρούμενους με τη γλυκιά φωνή τους.
Τι συνέβαινε όμως στη χώρα των ανθρώπων; Ξαφνικά τα πουλιά χάθηκαν. Πέταξαν και τα καναρίνια από τα κλουβιά και οι άνθρωποι απορούσαν που είχαν πάει. Δε μπορούσαν να ξέρουν πότε θα έρθει η άνοιξη γιατί τα χελιδόνια δεν ξανάρθαν ποτέ ...;Μωρά δεν υπήρχαν αφού σταμάτησαν να έρχονται και οι πελαργοί ...; Γιατί κάποιες φορές οι πελαργοί φέρνουν τα μωρά. Οι άνθρωποι κατάλαβαν το λάθος τους και άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται καλύτεροι. Βοηθούσαν τα άρρωστα και ορφανά ζωάκια, τα τάιζαν ,τα πότιζαν τα φρόντιζαν. Φοβήθηκαν μήπως σιγά σιγά χαθούν όλα τα ζώα από κοντά τους και μετά θα πέθαιναν και αυτή από την στεναχώρια τους.
Ένα πουλάκι που ήταν τραυματισμένο δεν είχε πάει ακόμα στη χώρα αυτή γιατί ζούσε κοντά σε ένα καλό άνθρωπο που το φρόντισε όταν το βρήκε μισοπεθαμένο. Είπε στον άνθρωπο πως τα πουλιά έφυγαν γιατί δεν είχαν φαγητό το χειμώνα και εκείνος μίλησε σε όλους τους ανθρώπους. Κάποιοι τον πέρασαν για τρελό αλλά κάποιοι ακόμα και αν τους φάνηκε η ιστορία παραμύθι άρχισαν να πετάνε φαγητό στα πουλιά, ...;Ετσι σιγά σιγά τα πουλιά ξαναγύρισαν και έζησαν αρμονικά κοντά στους ανθρώπους ...;.
Από το ιστολόγιο του Beatlus αντιγράφω την παρακάτω επιστολή προς τον Νίκο Παπάζογλου, ο οποίος ώς γνωστόν, εδώ και μερικά χρόνια ζει μεγάλο διάστημα του έτους στη Νίσυρο.
Το κόκκινο φυλλάδιο στη φωτογραφία είναι το περυσινό πρόγραμμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου Νισύρου
Αγαπητέ, Νικόλα
Πάνε, πλέον, 14 χρόνια από τη βραδιά που στα ψηλά σκαλώματα του θεάτρου του Λυκαβηττού, δεξιά καθώς κοιτούσες, αριστερά καθώς έβλεπα (ή πλανιόμουν στον αέρα, στροβιλίζοντας εικόνες στον αέρα;), στρογγυλοκάθισα γεμάτος προσμονή και λάμψη στα μάτια να παρακολουθήσω τη συναυλία σου. Την πρώτη από τις κάποιες δεκάδες. Δεν αποκαλύπτω αριθμό. Τον ξέρεις και τον ξέρω ...; Στην υγεία μας. Θυμάμαι, τώρα που τα λέμε όλα αυτά και τη στιγμή ακόμη που πήρα και το εισιτήριο, από τα εκδοτήρια της οδού Βουκουρεστίου, έτσι δεν είναι; Είχε απαλό αεράκι εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη και ήταν όμορφα, μάγκα μου ...; Ήταν πραγματικά όμορφα ...;
Μάγκα μου, είπα;
Πάνε είκοσι κάτι χρόνια από τη στιγμή που ξεθαρρεμένος με τα ξαδέρφια μου στην αυλή του παππού, στο χωριό, άκουσα το «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια ...;» και σάστισα. Λίγο καιρό αργότερα, πέρασε σαν φιλμ κλασικής ταινίας και ένα από τα «Μουσικά διαλείμματα» της ΕΡΤ μπροστά από τα μάτια μου. Ο μπερντές φιλοξενούσε την αφεντιά σου και σαν σε συνέχεια μου αράδιασες το «Ένα κι ένα ...;». Ξανασάστισα. Μετά, (να ταν εκείνος ο Σεπτέμβρης ή ο επόμενος;) κατέβαινα με ένα Opel Ascona τη γέφυρα του Κηφισού για πρώτη φορά και το καυσαέριο μου έκαιγε τα ρουθούνια. Κι αυτό για πρώτη φορά ...; μπορείς να τα παραφράσεις και ως πρώτη ρουφηξιά. Κι εκεί ...; στο τότε ...; «Μπαίνουμε στον Υδροχόο ...;» Με έκανες να μην ξέρω πόσο χρονών ήμουν, αλλά πόσες ζωές κουβαλούσα ...;
Ξανά στο Σεπτέμβρη του ';94. Αργά σήκωσες τον μπαγλαμά, το φως σε σημάδεψε σαν σε ανάκριση, μα ολόσωμα, και ...; «Ραγίζει απόψε η καρδιά ...;» Αδερφέ, ακόμη το θυμάμαι ...; Μεικτά, μα νόμιμα.
Κι έπειτα ...; Η Πάρος, τα Καλύβια, ξανά και ξανά ο Λυκαβηττός, ο Πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας, το Κατράκειο, το Βράχων και ...; και η Νίσυρος που εσύ με έστειλες μπαγάσα και που όχι, δεν γουστάρω ακόμη να σε ανταμώσω, γιατί με πλάνεψε με τα άλλα της και ένας δικός μου κόσμος σημαίνει τώρα εκεί στο λημέρι μας ...;
Μα, γιατί όλο αυτό το λογύδριο;
Να σου πω γιατί;
Για την «Ευχή», για το «Νυχτερινό Α';», για το «Κι όμως εγώ θα ήθελα», για το «Σε καινούργια βάρκα μπήκα», για το ότι αφέθηκες κι εσύ και κοιτάς την πάρτι σου (σε μεγάλο βαθμό, καλά κάνεις), για το αγκάλιασμα πέρυσι στο «Ζυγό» που ήταν γεμάτο από" ευχαριστώ", για την Πηγή που μου άφησε πεσκέσι και γι'; αυτό φέτος θα ρθω να σε βρω στη Νίσυρο. Στους Πάλλους θα σε βρω; ή μήπως στον φίλο σου τον Αντρίκο;
Εις το επανιδείν Τα λέμε σε λίγο καιρό ...;
Υ.Γ. 1
Αν ο ήλιος ανατείλει
απ' τη δύση για να βγει
πάλι εσένανε θα στείλει
φως μου να 'ρθεις να μέ βρεις
φως μου να 'ρθεις να μέ βρεις...
Μετανάστης στην αγκάλη σου
κι έπεσε πολλή δουλειά
κι έπεσε πολλή δουλειά...
Ξενιτιά ειναι το κορμάκι σου
γυρισμό από δω δε βλέπω πια...
Αυτό μου άρεσε πιο πολύ για ξεκίνημα ...; Και μετά «Στάλα-στάλα»
Υ.Γ. 2
Με αγγίζει πιότερο το «Πηγάδι» απ'; τον «Αύγουστο»
Υ.Γ. 3
Μας έχεις λείψει... Άντε να ανταμώσουμε με τον μπαγλαμά, στον κρατήρα του ηφαιστείου, με "τα γκάζια κολλημένα, ήχο φοβερό" κι "η Παναγιά -η Σπηλιανή- μαζί μας"!
Από μικρή, κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο, φανταζόταν μια μεγάλη κοιλάδα με δέντρα κάθε λογής, φορτωμένα καρπούς και αθώα χαμόγελα.
Παιδιά να ανεβαίνουν στην πλάτη του άλλου και με χέρια απλωμένα να κόβουν ζουμερά χαμόγελα.
Και από πάνω, λέει, ένας ήλιος μακαρονάς έπεφτε με τα μούτρα μέσα στις σάλτσες και το τριμμένο τυρί. Κι όλο έτρωγε έτρωγε, τόσο πολύ, που καμιά φορά ξεχνιόταν και τα μεσάνυχτα το χωριό λουζόταν ακόμη στο φως. Κατέφθασαν γεμάτα θυμό τα μακαρόνια για παστίτσιο και του μήνυσαν πως αν ξανασυμβεί αυτό θα τον εξόριζαν στη χώρα του βυθού, όπου ούτε ουρανός υπήρχε για να σεργιανάει ούτε σύννεφα να παίζει μαζί τους.
Και δεν ήταν λίγες οι φορές που το κορίτσι έφερνε στο νου την εικόνα μιας γιαγιάς που έψαχνε τη χαμένη της κότα ή ενός βοσκού που με κίνδυνο της δικής του ζωής τραβούσε απ' τον γκρεμό το πρόβατο που είχε χάσει.
Τούτο το μεσημέρι το κορίτσι σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, πλησίασε στο ράφι όπου η μητέρα φύλαγε το ρύζι, γέμισε τη φούχτα της και βγήκε στο μπαλκόνι. Δεν πέρασε ώρα και ένα σπουργίτι της είπε με ανθρώπινη μιλιά:
"Αν άφηναν όλοι οι άνθρωποι λίγη τροφή όπως εσύ, κανένα πουλάκι δε θα πέθαινε από την πείνα στον βαρύ χιονιά".
"Μην ανησυχείς", είπε το κορίτσι. "Να πεις στα άλλα πουλιά πως θα φτιάξουμε μια χώρα όπου καθετί θα είναι από ζυμαρικά ή όσπρια. Και να' ρχεστε να κελαηδείτε στους ανθρώπους. Τους έχει λείψει πολύ το τραγούδι σας".
"Γιούπι!", είπε το σπουργίτι και πέταξε μέχρι την άκρη του κόσμου να φέρει το χαρούμενο μήνυμα για τη μακαρονοχώρα...
Το κείμενο γράφτηκε από τους μαθητές της Β' τάξης την ώρα της Ευέλικτης Ζώνης κι εγώ απλώς διόρθωσα γλωσσικά οχτώ σημεία. Η κατασκευή της μακαρονοχώρας έγινε με αφορμή ένα ποίημα που διαβάσαμε στο μάθημα της Γλώσσας.
Κάντε κλικ στο βίντεο για να δείτε όλη τη ζωγραφιά μας!
Εσείς, άραγε, γνωρίζετε το δρόμο που οδηγεί στην μακαρονοχώρα ή μήπως δεν πιστεύετε στα παραμύθια;
Μετά από πολύ καιρό που μάς συντρόφεψε ένα συγκεκριμένο layout, από τα παλαιότερα μάλιστα του pathfinder, αποφάσισα να επιλέξω το πιο πρόσφατο που κτκλοφόρησε μόλις σήμερα. Ή του ύψους ή του βάθους, μια ζωή, βρε παιδί μου! Τι έχετε να πείτε για τη νέα αισθητική του ιστολογίου;
Θα' θελα να ευχαριστήσω καιμέσα από το ιστολόγιο αυτό την κ. Ελένη Γκίκα, που θεώρησε ότι για αυτήν την Κυριακή άξιζε να μοιραστώ δυο τρεις σκέψεις με τους αναγνώστες της εφημερίδας έθνος στη στήλη που εδώ και αρκετό καιρό φιλοξενεί bloggers.
Ο «Τέρα Αμου» της Νισύρου
Στο ηλεκτρονικό σπίτι του συγγραφέα - δασκάλου Νικόλα Διακογιάννη μπαίνει κανείς εάν πληκτρολογήσει www.tera-amou.pblogs.gr
«E» 1/6
H ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι: www.tera-amou.pblogs.gr. Το βιβλίο του με τον ομώνυμο τίτλο «Τέρα Αμου» από τις εκδόσεις «Αρμός» κατευθείαν στα βιβλιοπωλεία. Ο συγγραφέας του Νικόλας Διακογιάννης ζει και εργάζεται ως δάσκαλος στη Νίσυρο. Το ιστολόγιό του ένα από τα πλέον καλαίσθητα με κείμενα για τη λογοτεχνία, διαγωνισμούς, βίντεο και μουσικές στο διαδίκτυο. Ο λόγος, όμως, για την ιστοσελίδα του, στον ίδιο:
Το κείμενο που απέστειλα είναι το ακόλουθο:
«Στ' αριστερά μας θάλασσα, στα δεξιά, κρατήρες ηφαιστείων. Ελα στο μέσον της οπτικής και ισορρόπησε, αν σου βαστά. Θέλει κότσια, θέλει πίστη η ζωή που έχουμε επιλέξει»
Σ' αυτό το μέσο της οπτικής ή στο μεταίχμιο για κάποιους άλλους, συνεχίζει να φλερτάρει το ιστολόγιο Τέρα Αμου που ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 2006 τα πρώτα δειλά βήματα στον κόσμο της ιστιόσφαιρας. Το όνομά του, δανεισμένο απ τον ομώνυμο τίτλο του βιβλίου μου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός, δεν είναι παρά η διαμελισμένη εκδοχή της προσφώνησης «Μητέρα μου!».
Οι πρώτες αναρτήσεις συνταίριαζαν λογοτεχνικά κείμενα με φωτογραφίες της Νισύρου. Καθώς ο καιρός περνούσε, γεννήθηκε η ανάγκη να συνομιλήσω με πεζογράφους, ποιητές και μόλις πρόσφατα με άλλους δημιουργούς. Η διαδικτυακή παρέα μεγάλωνε διαρκώς, νέα πρόσωπα με ή χωρίς δικό τους μπλογκ περνούσαν να αφήσουν ένα σχόλιο και να επι-κοινωνήσουν. Μοιραστήκαμε όνειρα, ανησυχίες, γεγονότα όπως την περιπέτεια της Αμαλίας, τις πυρκαγιές του περσινού καλοκαιριού και τόσα άλλα.
Αργότερα αποφάσισα να γράφω μικρά κείμενα με αφορμή κάποιο βίντεο από το youtube και διαπίστωσα το μεγάλο αριθμό των μπλόγκερς που έκαναν το ίδιο, εκφράζονταν με κείμενα πράγματι πολύ αξιόλογα.
Πιστεύω ότι εκεί έξω στην μπλογκόσφαιρα μας περιμένει ένας υπέροχος κόσμος που ανταλλάσσει απόψεις, καταθέτει πολύτιμα πετράδια της ψυχής του και αποδεικνύει ότι μπορεί να επηρεάζει ακόμη και τις κοινωνικές εξελίξεις.
Σαφέστατα υπάρχουν και οι κακοτοπιές, αλλά είναι στην κρίση του καθενός να αποφύγει τους σκοπέλους.
Επειτα σκέφτηκα την προσφορά βιβλίων με την αρωγή εκδοτικών οίκων, που είδαν με θετικό μάτι την κίνηση αυτή.
Εμείς απλώς θολώναμε το όνομα του συγγραφέα, τον τίτλο και ζητούσαμε απ τον αναγνώστη να σερφάρει στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου και να αποστείλει τα στοιχεία που έλειπαν.
Οι προσφορές αυτές, το πάρε - δώσε με παιδιά από όλη την Ελλάδα (για μένα όλοι τους παιδιά είναι), εκτός από τη διέξοδο επικοινωνίας που μου προσέφερε, άρχισε να ενισχύει, έστω και πολύ λίγο, τη φιλαναγνωσία.
Μάλιστα το ιστολόγιο λειτουργεί ενίοτε και ως ηλεκτρονική εφημερίδα, αφού φιλοξενεί άρθρα από την τρέχουσα νισυριακή επικαιρότητα, φέρνοντας ακόμη πιο κοντά στη μικρή πατρίδα τους Νισύριους της Αμερικής, του Καναδά, της Αυστραλίας αλλά και όπου γης.
Καταφέραμε επίσης να φέρουμε σε συνάντηση τις συγγραφείς Αλκυόνη Παπαδάκη, Κατερίνα Καριζώνη και Λένα Μαντά με τρεις αντίστοιχους νικητές κάποιου διαγωνισμού και πιστεύω πως μέσα από όλες αυτές τις ενέργειες όλο κάτι καλό μένει.
Οσο νιώθω πως γεμίζω απ το ιστολόγιο, θα συνεχίσω κάθε προσπάθεια.
Κι εύχομαι να έχω τη σοφία να διακόψω τις εγγραφές, όταν πλέον δεν θα έχω κάτι να πω...
Ο σύνδεσμος που οδηγεί στο άρθρο του σημερινού Έθνους είναι αυτός eδώ: