ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΤΕΡΑ ΜΟΥ

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #5

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008 11:21 πμ |

 

1bis14f.jpg

Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης περνάει σήμερα με τη σειρά του να μας κρατήσει συντροφιά με ένα ακόμη κείμενο της σειράς "Καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ". Και αυτό το κείμενο δημοσιεύεται πρώτη φορά μέσα από το ιστολόγιο μας. Πρόκειται για ένα διήγημα που ο Αλέξης είχε στο συρτάρι του εδώ και δύο χρόνια με σκοπό να το συμπεριλάβει σε κάποια μελλοντική δουλειά του! Κλείστε το μάτι στον ήλιο, κρατήστε το καλοκαίρι ζωντανό και ανεβείτε για μία ακόμη αναγνωστική πτήση... Έτοιμοι;

 

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #5

 

 

Υ ψ η λ ό   Θ ε ρ μ ο κ ρ α σ ι α κ ό   Π ε ρ ι β ά λ λ ο ν

(aka: καλοκαίρι) 

 

 

            Άδειο. Άδειο όπως το τέλος. Όπως η αρχή. Άδειο σώμα, άδεια θάλασσα, άδειο σπίτι. Μεσημέρι καλοκαιριού - μιας αδυσώπητης εποχής.  Άδειο, άδεια παραλία, άδεια, τετελεσμένη. Μέσα μου ο Αύγουστος τρέχει σαν ποταμός. Κυλάει από τα αγγεία, γλιστράει μέσα απ'; τους πόρους - αλλιώτικος.

            Περπατώ προς το σπίτι που μεγάλωσα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Δεκαπέντε, είκοσι; Η φουσκοθαλασσιά απαντά: είκοσι. Το '17  ήταν που φύγαμε. Σεπτέμβριο. Εγώ δεκαέξι. Σε πέντε χρόνια ο πατέρας είχε σκοτωθεί. Η μητέρα σε οκτώ. Στην Ευέλικτη Πένσα. Δεν πρόλαβε να κατέβει στο καταφύγιο. Νεκροί. Ο ένας στην πρώτη σάρωση, η άλλη στο τέλος, δύο μέρες πριν την τελική υπογραφή.

            Εγώ επέζησα. Ακόμα και σήμερα, στο ζενίθ του Μεσογειακού Έλικα'. Στο Δεύτερο Μεγάλο Επεισόδιο. Οι δορυφόροι μεταδίδουν: Έμβια υστέρηση 28%. Ο κύριος όγκος στη Μεσογειακή λεκάνη. «Έχεις άστρο εσύ. Είσαι παιδί της θάλασσας», ο πατέρας. Αυτή τη φορά είμαστε και με τους επικρατούντες.

            Είκοσι χρόνια απουσίας. Είμαι εδώ με τριάντα έξι ώρες άδεια. Σε λίγο φεύγω πάλι για Μαύρη Θάλασσα. Από το υποβρύχιο απ'; ευθείας στο μητροπολιτικό σταθμό. Τελευταία μεγάλη αποστολή. Διεκπεραιωτής παράπλευρου σχεδιασμού. Θέση υψηλή, μισθός εξαιρετικός. Προοπτικές για τομεάρχης ανασυγκρότησης. Εφ' όσον τελικά υπάρξουν προοπτικές. Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της σύρραξης στο μητρώου μου αναγράφεται ευκρινώς : προσδόκιμο επιβίωσης υψηλό.

            Απ' έξω το σπίτι φαίνεται γερό. Η στέγη μόνο, γερμένη απειλή. Θαύμα πως γλίτωσε. Η παραλία - σα να' χει εξατμιστεί. Πώς να ορίσω την ομίχλη παραθαλάσσια; Το μάτι καταγράφει, ακόμα κι όταν η πραγματικότητα αποσύρεται. Οσφραίνομαι τη γαλάζια φλόγα, τις εκρήξεις , το κύμα του θανάτου. Συμπαρασύρονται οσμές από άλλες ηλικίες, νεώτερες, αιωρούνται χαμηλά, στις κάτω ζώνες. Επικάλυψη. Η φυσική πορεία. Πυρήνας, άτομο, κύτταρο, έλικας, αίμα, δέρμα, πόροι - ξάφνου φως, φως που σ΄ αγκαλιάζει, κι ύστερα σ΄ αφήνει και πάλι στο σκοτάδι - έτη φωτός σκοταδιού.

            Ο ήλιος, σακατεμένος. Δεν μπορώ να το πω αυτό καλοκαίρι. Υψηλό Θερμοκρασιακό Περιβάλλον, ίσως. Κι αυτά τα έντομα, δεν τα'; χω ξαναδεί. Τέτοιο σχήμα, ποτέ. Έλυτρα από θειάφι. Λιλιπούτεια βομβαρδιστικά. Η φύση αντιγράφει τη φρίκη, σε μικρογραφία.

            Πάω προς τη θάλασσα. Βγάζω τα παπούτσια. Μια μάζα βρώμικη ο πυθμένας, δεν είναι φύκια αυτά. Δεξαμενή γεμάτη φίδια νομίζω. Το νερό, φαιό, ανεξάντλητο, σκιά χρόνου αόριστου.

weird%20summer.jpg

           

    Να κολυμπώ με τον πατέρα, εγώ κρόουλ, εκείνος πρόσθιο. Οι πατούσες του σαν του ψαριού. Τον θυμάμαι να γλιστρά στο χρόνο, να γλιστρά στη θάλασσα. Αγκαλιαζόμαστε - οι μύες της πλάτης. Τα μάτια του. Κοιταζόμαστε. Τα σώματα μας δίπλα. Το νερό μας χωρίζει, μας ενώνει. Παίζουμε σαν φίλοι - ήμασταν φίλοι - τι είναι εικοσιδύο χρόνια διαφορά; Σήμερα θα 'ταν εξήντα έξι. Μόλις εξήντα έξι.

            Περπατώ στην μαύρη άμμο. Διαγώνια, ν'; αποφύγω τα σιδερένια θραύσματα. Μοιάζουν με τα παλιά κουτιά μπίρας - δεν είναι. Σκύβω, στη λαμαρίνα διακρίνονται μισοκαμμένοι οι κωδικοί. Το ατσάλι μυρίζει ακόμα. Η ημερομηνία, Gothic γραμματοσειρά...Series 2035... Made in... Οι δύο μονομάχοι: η πλευρά του αίματος, η στρατιά του νικημένου αίματος. Η βαθύτερη κοινωνία του αίματος.

            Είκοσι χρόνια. Γιατί τώρα; Γιατί ύστερα απ'; αυτό ; Δεν ξέρω. Το παρόν, μικρό διάφανο αγκάθι.

            Περπατώ στη μαύρη άμμο. Προς το σπίτι. Το ';χα κλείσει τότε. Το ';χα σφραγίσει. Το ';χα ξεχάσει. Αν γυρίσω - αν γυρίσω ποτέ - θα το ξαναφτιάξω, όπως ήταν. Και θα μείνω εδώ, για πάντα.

            Περνάω τον φράχτη, εκεί που ήταν ο φράχτης. Η εξώπορτα. Σπρώχνω το σπασμένο μαδέρι - μια αχνή γραμμή γλιστρά πίσω μου, κοσκινισμένος χρόνος. Το σαλόνι, μια άφωνη κραυγή. Αδειασμένο οξυγόνο. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί τέτοια ακινησία.

            Θέλω ν' ανοίξω την πόρτα του δωματίου του, να δω. Δεν προλαβαίνω να την ακουμπήσω. Διαλύεται σαν χαρτί. Τελικά μόνο το σκυρόδεμα άντεξε. Το γραφείο γονατισμένο, θαλάσσιο τέρας που ψυχορραγεί. Εδώ έγραφε. Τη διατριβή πρώτα, αργότερα τα θεατρικά. Το τελευταίο: «Άλφα και Ωμέγα». Στο Περιφερειακό Δυτικής Μακεδονίας. Δύο χρονιές. Κριτικές διθυραμβικές, τις έχω κρατήσει στο  lifebook. Στη διευρυμένη μνήμη.

            Ανοίγω το πρώτο συρτάρι - σπασμένα γυαλιά, ξεραμένο μελάνι, ένα καμένο βιβλίο. Στο δεύτερο, ένα σιδερένιο κουτί. Γερό μέταλλο, άντεξε. Μέσα ένα σιντί, παμπάλαιη τεχνολογία, αρχών του αιώνα. Κειμήλιο πια. Τότε δεν υπήρχε  lifebook. Πρόοδος ίσον σμίκρυνση. Στην ετικέτα μια επιγραφή με μπλε στυλό: Millenium. Τα γράμματά του. Βιαστικά, να προλάβει.         

            Πλησιάζω την παλάμη, το lifebook. Το' χω τρία χρόνια, ενδοφλέβιο, γεμίζει με τον ήλιο. Σκανάρω το σιντί. Τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται αμέσως:  «Τεχνολογία: Πεπαλαιωμένη, Ημερομηνία : 2000, 01.08.00 , Ώρα : 11: 13: 24, Συντάκτης: Παύλος Πλ., Millenium.doc».

            Παύλος, ο πατέρας. 2000, Καλοκαίρι, εννιά μήνες πριν γεννηθώ. Διαβάζω, όπως μήνυμα πεταμένο σε μπουκάλι στη θάλασσα:

 

«... Σάββατο 01.08.00

Κοιμάσαι. Κοιμάσαι ακόμα. Είναι μεσημέρι. Σε κοιτάζω ξαπλωμένη στον ήλιο στην ακρογιαλιά. Εγώ κι εσύ μόνοι σ' αυτό το σπίτι, σ' αυτή την παραλία. Ανέβηκα σπίτι, να σου φτιάξω καφέ. Ύστερα θα 'ρθω να σε ξυπνήσω. Κοιτάζω τον πίνακά σου, με τα κύματα που σκάνε κι αισθάνομαι πως κάτι λείπει. Δεν ξέρω τι... Κοιμάσαι κι εγώ θέλω να σου πω τόσα. Δεν μπορώ, δε βρίσκω λόγια. Χτες, όταν ήμουν μέσα σου έβλεπα τη θάλασσα. Έβλεπα τη θάλασσα που ξέβραζε, τα μάτια σου, την άκρη των χειλιών σου, κι ένιωθα το νερό να κυλάει μέσα μας, μαζί μ' αυτό το ανείπωτο, την αγάπη μας τώρα. Την αγάπη μας χτες. Ένιωθα τη θάλασσα, τα κύματα να μας χαϊδεύουν, κάθε φορά και καινούργιο νερό, κάθε φορά και καινούργια αγάπη, κάθε φορά και καινούργιος χρόνος. Η αγάπη μας αύριο. Όταν χύθηκα μέσα σου δεν ήξερα τίποτα. Κι όμως εκείνη την ώρα ένα άπειρο κομμάτι θάλασσας έγλυφε το δεξί σου πόδι, για να χαθεί μαζί μου, μέσα σου, αιώνια. Τα υγρά του σώματος ξεχείλισαν, σ' έλουσαν ολόκληρη, χύθηκαν μαζί σου στο μεγάλο νερό. Χίλια χρόνια σ' ένα μας φιλί. Δεν μπορεί, αυτό κάτι γίνεται. Γιάννα, δε θα ξεχάσω.

            Κάθε μόριο νερού, που κυλάει, εξαφανίζεται, ξαναφτιάχνεται. Όπως η κάθε στιγμή. Ποιο είναι το ακριβώς της θάλασσας, ποιο είναι το εδώ της ζωής μας, ποιο είναι το τώρα του έρωτά μας; Ό, τι είναι μέσα μου κινούμενο - μονάχα εκείνο καταλαβαίνει. Ο κινούμενος, ο ερωτευμένος χρόνος. Ο χρόνος που κυλά. Υπάρχει πολύ θάλασσα στην αγάπη μας Γιάννα. Ευχαριστώ που μου χάρισες αυτή τη νερένια στιγμή.

Παύλος...»

 

Η συνέχεια. Άλλη ημερομηνία.

 

«..08.10.00

Γύρισες από τον Γεωργίου. Μου το' πες. Ήξερα πως θα γινόταν εκείνο το βράδυ. Το ξερα. Το παιδί μας βγήκε από τη Θάλασσα, απ' την πηγή του Χρόνου. Γιάννα, το 'νιωθα . Δεν υπήρχαμε, κι υπήρχαμε όσο ποτέ».

 

Δεν το γράφω στη μνήμη. Δε θέλω να το έχω στο μέλλον. Το μέλλον, κείμενο σβησμένο. Στο στήθος τσιμπιές. Στο υπόστρωμα, ένας θύσανος πόνου. Οι ρίζες στα έγκατα. Ατσάλινες. Το παίρνω ωστόσο μαζί μου.

            Μια βόλτα στα υπόλοιπα δωμάτια. Μια πεταλίδα αγκιστρωμένη στο πλακάκι της κουζίνας. Σφουγγίζει τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Στο υπνοδωμάτιο  το πάτωμα έχει βουλιάξει. Ούτε μύγες, ούτε κατσαρίδες. Μόνο αυτά τα έντομα να με τρυπούν με τα μάτια τους. Από την τρύπα εξέχει η γωνία μιας κορνίζας. Μισολιωμένο, ένα τοπίο του Πηλίου. Δική της ελαιογραφία. Καμιά ευθεία, μόνο καμπύλες, σαν τον Μουνχ. Τον αγαπούσε τον Μουνχ, τους πίνακες του με τα πρόσωπα στα φιόρδ. Την θυμάμαι στο στούντιο να ζωγραφίζει. Μουσαμάδες στρωμένοι, μπογιές παντού. Αναποδογύρισα το κόκκινο, μ'; έβαψε για πάντα. Την κοίταξα. Η μικρή ουλή πάνω απ' το χείλος. Η μυρωδιά της μουσκεμένης ανάσας. Τα μάτια της. Το σχήμα της, αγαπημένο.

            Ζεσταίνομαι. Γλυκές εικόνες τρυπάνε το κρανίο. Το σχέδιο των νεκρών. Πάντα τέλειο.

            Βγαίνω έξω, στον αέρα. Το χνώτο του τόπου, αφόρητο.

Περπατώ στην μαύρη άμμο. Προς την θάλασσα. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος των προηγούμενων ωρών. Ο κόσμος έπαψε να είναι εκκωφαντικός.  Το άναυδο δεν έχει αντίλαλο.

            Προσπερνώ τις λαμαρίνες, τα καμένα ξύλα. Μπροστά μου η ραχοκοκαλιά ενός μεγάλου ψαριού. Πεντάγραμμο για τον χαλασμένο χρόνο. Δεν μπορεί, κάποιος παίζει μαζί μας. Με τη γεωμετρία, με το χρόνο, με  τη μνήμη, κάποιος παίζει.

            Μπαίνω στη θάλασσα. Στα χέρια μου το μικρό μεταλλικό δίσκο. Τον πετάω μέσα, μακριά, όσο μπορώ, να χαθεί, να βυθιστεί στο νερό. Να μη βλέπω. Εξαφανίζεται ο χρόνος,  βυθίζεται, χάνεται για πάντα.

            Η θάλασσα σκοτεινιάζει. Το υποβρύχιο με περιμένει. Χαμηλά. Μέσα. Βαθιά. Στη Μαύρη Θάλασσα. Στο σκοτεινό καλοκαίρι.

 

 

για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου

Αλέξης Σταμάτης

 

 

© Αλέξης Σταμάτης

021_5.JPG

Αθανασία, νέα ταινία!!!

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008 12:08 πμ |

 

1.jpg

 

Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι το φετινό φθινόπωρο θα πάρει το δρό μο για τις κινηματογραφικές αίθουσες η νέα ταινία του Παναγιώτη Καρκανεβάτου "Αθανασία".

Βρέθηκα σε κάποιο νυχτερινό γύρισμα και μαγεύτηκα! Πολλοί κάτοικοι πήραν μέρος ως κομπάρσοι -ανάμεσά τους και ο αδερφός μου.

Τι λέτε, πάμε να γνωρίσουμε μερικά παραπάνω στοιχεία για την ταινία;

Α Θ Α Ν Α Σ Ι Α

του Παναγιώτη Καρκανεβάτου

Μία μεγάλη διεθνής συμπαραγωγή (Ελλάδα, Καναδάς, ΗΠΑ, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο), με διεθνές καστ και γυρίσματα στη Νίσυρο και στη Νέα Υόρκη. Μια ταινία για τον έρωτα και τους δρόμους της αγάπης. Με την ομορφιά και την δύναμη της ελληνικής νησιωτικής Ελλάδας που αποτυπώνεται στις φυσιογνωμίες και τις ψυχές των ανθρώπων.

 

H  Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α

Σε ένα μικρό νησί του Νοτιοανατολικού Αιγαίου, δυο κορίτσια γεννιούνται, με διαφορά τριών χρόνων, από τον Μιχάλη και την Ελένη Πρεάρη.
Η τύχη της δεύτερης κόρης, της Αθανασίας, ήταν προδιαγεγραμμένη απ’ την ώρα που είδε το φως. Θα ζούσε στη σκιά της μεγάλης αδερφής της Γεωργίας, χωρίς δικαίωμα στη ζωή.
Ο τόπος ήταν σκληρός κι ο τρόπος που βρήκαν για να επιβιώσουν αυτοί που τον κατοίκησαν, ήταν να μην σπάει η περιουσία σε κομμάτια, αλλά να δίνεται ολόκληρη στην πρώτη κόρη.
Μία μόνο οικογένεια μπορούσαν να θρέψουν τα λίγα χωράφια που διέθεταν και μερικές χούφτες στάρι ήταν ό,τι έδινε το άνυδρο χώμα.
Παντού πέτρα.
Η δεύτερη κόρη δεν είχε καμιά τύχη, θα πήγαινε να ζήσει με την μεγάλη αδερφή, να την υπηρετεί, να της μεγαλώνει τα παιδιά.
Ο Μιχάλης έπαιζε λύρα για το κέφι του. Αργότερα πήρε μαζί του ένα παιδί, τον Κώστα, να τον ακομπανιάρει με το λαγούτο. Βγήκε να παίζει στους γάμους για το μεροκάματο. Στον Κώστα έδωσε ο Μιχάλης την πρώτη του κόρη, τη Γεωργία.
Όταν αρρώστησε ο Μιχάλης, έστειλε την δεύτερη, την Αθανασία, στην αδερφή της να ζήσει κοντά της. Να’ χει ένα πιάτο φαΐ. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο γι' αυτήν.
Η Αθανασία στα 22, ανέγγιχτη, περήφανη, όμορφη.
Το σπίτι της αδερφής της και του γαμπρού της ήταν στις παρυφές του οικισμού, πάνω απ’ τη θάλασσα, στο βράχο. Ο αέρας παράδερνε τα παράθυρα και σχεδόν πάντα τα κρατούσαν σφαλιστά. Μια ενιαία σάλα και στη μια πλευρά της ο σοφάς, ένα υπερυψωμένο ξύλινο πατάρι, που πάνω του έστρωναν και κοιμόντουσαν, ο ένας πλάι στον άλλο. Αυτό ήταν το σπίτι, σαν όλα τα σπίτια της εποχής στα νησιά του Αιγαίου.
2.jpg
Η περίπτωση της συμβίωσης της μικρής αδερφής με τον γαμπρό της και την αδερφή της ήταν κάτι συνηθισμένο.
Ο Κώστας συνέχισε την κομπανία. Στα χωράφια πήγαιναν οι γυναίκες.
Τα περισσότερα γλέντια γίνονταν Άνοιξη, καλοκαίρι.
Ανέβαιναν σ’ ένα τραπέζι, κάθονταν αντικριστά και παίζανε ώρες ατέλειωτες. Ιδροκοπούσαν. Στο πόδι της καρέκλας είχαν πάντα πρόχειρα τα ποτήρια. Πίνανε.
Στο μισόφωτο της σάλας ο Κώστας πήρε πρώτη φορά την Αθανασία βίαια.
Αυτή παραδόθηκε.
Η Γεωργία ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο παιδί. Γνώριζε. Καμιά φορά τα βράδια τους άκουγε, τους ένιωθε δίπλα της.
Ισορροπίες ανυπέρβλητες. Λεπτές χειρονομίες. Χαρά ανείπωτη. Η εξάρτηση, ο ανταγωνισμός. Τα σώματα. Ο έρωτας. Όλοι γνώριζαν. Σιωπούσαν.
Αυτό μπορούσε να γίνει ανεκτό, όχι όμως να γεννήσει και το μπάσταρδο. Η Αθανασία έμεινε έγκυος κι ήθελε να κρατήσει το παιδί της.
Ο νόμος της κοινότητας, που είχε εφαρμοστεί και άλλοτε, όριζε η μοιχαλίδα να εξοριστεί πέρα στα βράχια, κάτω στη θάλασσα, αφού πρώτα την κουρέψουν σύρριζα.
Ο «δειλός» λούφαξε, κανείς δεν τον πείραξε, αυτός δεν έφταιγε τίποτε, αυτή τα έφταιξε όλα. Η Αθανασία.
Στην αδερφή της αρκούσαν τα προνόμια της νόμιμης συζύγου. Σιώπησε.
Ο άγραφος νόμος της κοινότητας ήταν πιο δυνατός από τα πάντα.
Ο έρωτας, οι μύχιες επιθυμίες χάθηκαν στον αέρα.

Η Αθανασία θα πήγαινε μόνη της για έξι μήνες χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, κάτω στις «κουρεμένες». Έτσι ονομάστηκε αυτός ο βράχος, από τις άλλες κοπέλες, που πριν απ’ την Αθανασία είχαν την ίδια τύχη.
Κάποιοι εύχονταν να μην την ξαναδούν. Κανείς δεν νοιάστηκε. Δεν θα γλίτωνε.
Τα χρόνια του ’60 ένας φωτογράφος ξένος, ερχόταν και φωτογράφιζε τους ανθρώπους στις γιορτές, στις χαρές, στη δημόσια και ιδιωτική ζωή τους.
Φωτογράφισε και την Αθανασία. Της μίλησε.
Όταν ξανάρθε μια φορά της έφερε τις φωτογραφίες. Αυτή κράτησε το βλέμμα χαμηλά μπροστά στον ξένο.
Ύστερα από αυτούς τους 6 μήνες στις «κουρεμένες», η Αθανασία χάθηκε για πάντα.
Άλλοι λένε πως κάποιο βράδυ που είχε κάλμα και φεγγάρι, ένα βαπόρι πλεύρισε στο βράχο, κατέβασαν μια βάρκα και την πήραν μαζί τους. Ένας Θεός ξέρει τώρα σε ποια λιμάνια βολοδέρνει και την περνούν σειρά οι ναύτες.
Ορισμένοι πάλι λένε πως ζει στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη.
Την πήρε κοντά του εκείνος ο φωτογράφος, που μίλαγε σπαστά τη γλώσσα και κοίταζε επίμονα όλον τον κόσμο, στα μάτια.

Σενάριο - σκηνοθεσία: Πάνος Καρκανεβάτος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Δημήτρης Κατσαΐτης
Σκηνογράφος-ενδυματολόγος: Kenny Mac Lellan
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδάκης
Παραγωγή: VERGA FILM PRODUCTIONS
Συμπαραγωγοί: EKK, ΕΡΤ, ODEON, NOVA, NPS-Ολλανδική Τηλεόραση, Divine Media Group, New York
Διανομή: ODEON, Imagine Film Distribution (6 ευρ. χώρες)

Πρωταγωνιστούν: Μαρίνα Καλογήρου (ΑΘΑΝΑΣΙΑ 1970),
Γιώργος Καραμίχος (ΧΡΗΣΤΟΣ),
Αγγελική Παπούλια (ΓΕΩΡΓΙΑ),
Βαγγέλης Μουρίκης (ΜΙΧΑΛΗΣ),
Μarina Κoem (ΑΝΤΖΕΛΑ, η κόρη της ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ),
Σταυρούλα Λογοθέτη (ΑΘΑΝΑΣΙΑ 2007),
R. H. Thomson (ΜΑΝΟΣ ο πατριός),
Πατής Κουτσαύτης (ΠΕΤΡΟΣ).

Δείτε ένα μικρό βιντεάκι που ανέβηκε πριν λίγο καιρό στο διαδίκτυο. Υποθέτω ότι πλησιάζει η ώρα και για το τρέιλερ της ταινίας. Θα σας κρατάω ενήμερους, βέβαια!


καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #4

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008 12:37 πμ |

34281.jpg

Καλημέρα πέρα για πέρα και καλό καλοκαίρι σε όλους σας. Η λίστα με τους πεζογράφους, ποιητές, ηθοποιούς και τραγουδιστές ολοένα μεγαλώνει και το καλοκαίρι έχει μπει πια για τα καλά. Σήμερα θέση στο ιστολόγιο παίρνει η συγγραφέας Λίτσα Καραμπίνη με ένα κείμενο που διαπνέεται από το διακριτό προσωπικό ύφος της γραφής της. Απολαύστε το και συνομιλήστε μαζί της, αν θέλετε.

 

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #4

 

 

Τ ο  κ α λ ο κ α ί ρ ι  τ η ς  Α ν ν ο ύ λ α ς

 

Καθώς η τηλεόραση, μέσα από το βραδινό δελτίο ειδήσεων, αδειάζει στο σαλόνι μου τον τρόμο για την αύξηση της τιμής του πετρελαίου, προμηνύοντας ένα «θερμό» καλοκαίρι, η Αννούλα πέφτει στην αγκαλιά μου και χώνει κάτω από τη μύτη μου ένα μπλοκ ζωγραφικής.

«Μαμά, κοίτα, ζωγράφισα το καλοκαίρι. Σ΄ αρέσει~».

Με μια γρήγορη ματιά στο αριστούργημά της βλέπω έναν ήλιο ολοστρόγγυλο, πορτοκαλί, μια θάλασσα γαλήνια, δύο βαρκούλες με πανιά, μιά παραλία με τρεις ομπρέλες δυσανάλογα μεγάλες και ανθρωπάκια, πολλά ανθρωπάκια μαζί, ζωγραφισμένα όλα με τον παιδιάστικο τρόπο που ζωγραφίζουν τα παιδιά.

«Ναι, αγάπη μου, είναι πολύ όμορφο το καλοκαίρι σου, μα τώρα είναι αργά, πρέπει να πας για ύπνο».

Η Αννούλα, απόφοιτος πλέον της δευτέρας δημοτικού, με το γλυκό μουτράκι της να σέρνεται στο πάτωμα, λέει ένα «κααααλά» παραπονιάρικο, μου δίνει ένα πεταχτό φιλί και πάει κατευθείαν στο δωμάτιό της.

Μπαϊλντισμένη από τη ζέστη και τη κούραση κάθομαι στον καναπέ και ρίχνω ακόμη μια ματιά στο καλοκαίρι της Αννούλας. Ήλιος, θάλασσα, αμμουδιά, ομπρέλες κι ένα σωρό άνθρωποι μαζί ...

Ναι, μαζί ... κι εγώ, πού βρίσκομαι~

Μ΄ ένα γάμο διαλυμένο, μια δουλειά αβέβαιη, κι ένα παιδί που ζωγραφίζει καλοκαίρια, ξέρω, δεν με χωράει αυτή η ζωγραφιά.

Κι ύστερα έρχονται στο νου μου σκέψεις που συνθέτουνε συνειρμικά εικόνες κι άλλων ανθρώπων που δεν συναντιούνται πουθενά και δεν χωράνε σε κανένα καλοκαίρι.

Η Στέλλα που γερνάει μόνη απ΄ τα σαράντα της.

Ο Παντελής που έσπασε τις νόρμες όλες της ζωής αφήνοντας αδέσποτα τα πάθη του σε λάθος μονοπάτια.

Η Μυρτώ που, χρόνια τώρα, σέρνει το μοναχογιό της σε καρότσι.

Ο Αλέξης του δεύτερου ορόφου που βλέπει τον αγαπημένο του κρυφά και λέει γλυκά στους συγκατοίκους ένοχες καλημέρες.

Η θεατρίνα η Ζιζή που κρατάει τη νιότη της καδραρισμένη στο σαλόνι, παρόλο που κανένας δεν την επισκέπτεται για να τη δει.

Η Αλβανίδα που μένει στο υπόγειο - δεν ξέρω πώς τη λένε - και κλαίει τις νύχτες μόνη της πάνω από του γιού της το τσακισμένο κράνος.

Μα όπως σκέφτομαι ότι για μένα και για κείνους όλους, έχουν πεθάνει πια τα καλοκαίρια που εκκρεμούνε μέσα μας, παρατηρώ στη ζωγραφιά ένα μικρό σημάδι. Στην άκρη του χαρτιού, έξω από τις ομπρέλες, ένα ανθρωπάκι μόνο του, ζωγραφισμένο με μολύβι απ΄ το χεράκι της Αννούλας μου.

Και, να, σαν από θαύμα, βυθίζομαι στη ζωγραφιά, μέχρι που έρχεται στ΄ αυτιά μου του νερού το ελαφρύ πλατάγιασμα που σκάει στην ακρογιαλιά, το θρόισμα της αύρας που  κυλάει μέσα από τα κλαριά μιάς αρμυρήθρας. Μια ανάκατη μοσχοβολιά αρμύρας κι αντηλιακού μου γεμίζει τα πνευμόνια και ένας ήλιος ολοστρόγγυλος, πορτοκαλί, δίνει ζωή ξανά στα πεθαμένα καλοκαίρια μου.

Δίχως να βγω από τη ζωγραφιά κοιτάζω ακόμη το ανθρωπάκι εκείνο που στέκει παράμερα μονάχο του. Αλήθεια, ποιος να είναι άραγε~

Να ΄ναι η Στέλλα, ο Αλέξης, η Μυρτώ, ο Παντελής, η Αλβανίδα, η θεατρίνα η Ζιζή, ή μήπως είμαι εγώ;

 

Δε βαριέσαι, όποιος και να είναι, αρκεί που χωράει κι αυτός στο καλοκαίρι της Αννούλας.

Και αν χωράει ένας από μας, όλοι μας χωράμε.

 

για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου

Λίτσα Καραμπίνη

 

girl-painting.jpg

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #3

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008 12:41 πμ |

 

Τρίτη συμμετοχή στη σειρά, φίλες και φίλοι του ιστολογίου, είναι εκείνη της συγγραφέως Σοφίας Κουβανίδου. Ακόμη ένα ονειρικό κείμενο που μάς συντροφεύει το φετινό καλοκαίρι και γίνεται ερέθισμα για τη φαντασία, την ανταλλαγή απόψεων, την κατάθεση μέρους από το δικό σας συναίσθημα.

Και η λίστα συνεχίζεται και θα εμπλουτίζεται ολοένα... μείνετε συντονισμένοι!!!

 

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #3

 

 

Α υ τ ά   τ α   κ α λ ο κ α ί ρ ι α   υ π ά ρ χ ο υ ν !   

Ε ί ν α ι   π ά ν τ α   ε δ ώ!

 

«Ελάτε, βγείτε! Μουλιάσατε πια!!»

 

Πού  είσαι, μαμά, να μας το ξαναπείς;

Πού είσαι, να μας το λες, και να το ξαναλές, πάντα;

Και μεις, να απαντάμε: «Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα!  ...τώρα βγαίνουμεεε!»

Να ακούγεται το ψέμα πίσω απ' την αλήθεια!

Την αλήθεια ότι είμαστε εκτός χρόνου, κι ότι  «δεν έχουμε σκοπό να βγούμε ποτέ απ' τη θάλασσα!».

Πώς να βγει κάποιος απ' τον παράδεισο; Από τον τόπο αναψυχής;  Από την ανάταση; Από την έκσταση;

Ναι! Η αύρα, ο φλύαρος φλοίσβος, τα πολύχρωμα βότσαλα-ψηφίδες, το μεθυστικό άρωμα του πεύκου που προσκυνάει τον αφρό, τα παιχνίδια με τα κουβαδάκια, οι  εξερευνήσεις με τη μάσκα, οι διαγωνισμοί για πρωτιά στο κολύμπι...

Μόνο τούτα είναι σκάλα υπεραρκετή για να οδηγήσει την παιδική ψυχή σε ουρανούς ...

 

Τι ήταν το καλοκαίρι;

Ένα παράθυρο που άνοιγε και ξεχυνόμασταν στη ζωή.

Στον κόσμο ολόκληρο...

 

Μη μας ρωτάς τι ώρα είναι, τι μέρα. Δεν υπάρχει τίποτα απ'; αυτά. Τα παρατήσαμε στο σχολείο μαζί με τη σάκα!

Μην μας ρωτάς τι εποχή. Είναι όλες μαζί την ίδια μέρα.

Γιατί,  

Άνοιξη είναι το πρωινό με τη μαρμελάδα πάνω στο ψωμί και το κατσικίσιο γάλα... Είναι τα επιτραπέζια παιχνίδια κάτω απ'; τη βουκαμβίλια..

Καλοκαίρι είναι η κάψα στα πόδια και στο κεφάλι μέχρι να βουτήξεις, το εγχείρημα να βγάλουμε με το πηρούνι το χταπόδι απ'; την κρυψώνα του... 

Είναι  ποιος θα πιάσει τους  περισσότερους αχινούς, πεταλίδες,  τζιτζίκια...  

Είναι το καταμεσήμερο,   που,  αποκαρωμένοι,  διαβάζουμε κόμικς στο ντιβάνι..

Φθινόπωρο είναι οι απογευματινές ποδηλασίες μέχρι τελικής ...πτώσης!

Είναι όταν μαζευόμαστε εκεί που η πηγή χύνεται στη θάλασσα,  είτε για να φάμε τα κλεμμένα μούρα,   είτε για να στήσουμε τ'; αυτί  ν'; ακούσουμε ένας-ένας,  το κοχύλι που βρήκε ο Αντρέας..   

Χειμώνας είναι η νυχτερινή βαρκάδα, ή το ρίξιμο της πετονιάς με το φακό, από το μώλο... 

Είναι,  για τους τολμηρούς,  η επίσκεψη στο «στοιχειωμένο»,  πέτρινο σπίτι κοντά στο φάρο... οι διηγήσεις τους μετά...

Κι αργά, στο κρεβάτι πια, το νανούρισμα του τριζονιού, το μητρικό χέρι που μας σκεπάζει με το σεντονάκι μην κρυώσουμε,  -που κοιμόμαστε με το μαγιώ! Ναι με το μαγιώ! Για να μαστε έτοιμοι το πρωί, μη χάνουμε καιρό!

 

Κάποια μεταγενέστερα καλοκαίρια,  τα κουβαδάκια έγιναν βόλτες με το κασετόφωνο στο χέρι, έγιναν κυνήγι του θησαυρού στο κοντινό δασάκι, έγιναν σινεμαδάκι με σουβλάκι στο διάλειμμα, έγιναν ευχές με κάθε πεφταστέρι...

 

Κι όταν τέλειωναν οι μέρες στο πολύτιμο πουγκί με όλα τούτα που έσταζαν αρμύρα, που μύριζαν γιασεμί, ήταν καταμετρημένα τα παγωτά, τα μπάνια, τα βότσαλα στη συλλογή...

 

Η μικρή Σοφία φροντίζει από τότε, οτιδήποτε διαφορετικό δω,

να το σκεπάζω, με αυτή τη  μύηση. Μ'; αυτό το παρόν... 

Μου θυμίζει ότι

Όλα τούτα τα καλοκαίρια ΥΠΑΡΧΟΥΝ...

Γι' αυτό,

μην τα ανακαλέσεις...

μην τα νοσταλγήσεις..

Θα τα προσβάλλεις...

Μόνο ΖΗΣΕ τα!

 

Μόνο ΆΚΟΥΣΕ τα: «Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, μαμά!  ...Τώρα,  βγαίνουμεεε!»

 

για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου

Σοφία Κουβανίδου

 

 

ws_Sunset_trees_1280x1024.jpg

 

 

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #2

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008 1:47 μμ |

tributes_lazaridou.jpg

Δεύτερη κατά σειρά επισκέπτεται το ιστολόγιό μας η ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου μ' ένα κείμενο που έγραψε πέρυσι στη Νίσυρο, μία μέρα προτού πάρει το πλοίο της γραμμής που θα την έφερνε ξανά στην Αθήνα.

 

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #2

 

 

Ο σκύλος μου

ξαπλωμένος πάνω σε δροσερές πλάκες

ονειρεύεται πως τρέχει, πως τρώει

κι εγώ στο κρεβάτι πιο κει

ονειρεύομαι μπερδεμένα, ασπρόμαυρα  όνειρα.

Το άρωμα της πικροδάφνης 

απ' το ανοιχτό παράθυρο,

πασπαλίζει τα λευκά σεντόνια με καμένη ζάχαρη.

Η σκιά μου έξω απ το σπίτι, αφήνει  το μελανό της αποτύπωμα,

πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους.

Ακόμα ένα καλοκαίρι πάει να τελειώσει.

 

για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου

Όλια Λαζαρίδου

 

Sayonara%20Summer.jpg

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #1

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008 12:21 πμ |

untitled.bmp

Η επόμενη έκπληξη για την οποία σας είχα μιλήσει είναι από τώρα γεγονός! Το ιστολόγιο εγκαινιάζει σήμερα μια νέα σειρά εν όψει του φετινού καλοκαιριού και ευελπιστεί να συμμετάσχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι Έλληνες πεζογράφοι, ποιητές, ηθοποιοί και τραγουδιστές. Ετοιμάζω εδώ και μέρες το εγχείρημα αυτό και η ανταπόκριση από ονόματα που ούτε καν το φαντάζεστε ήταν παραπάνω από συγκινητική, αφού οι περισσότεροι παρακολουθούσαν την πορεία του ιστολογίου μυστικά και ήσυχα!

Την αρχή λοιπόν σήμερα κάνει η Μάρω Βαμβουνάκη. Καθένας που θα παρελάσει μέσα από το ιστολόγιο αυτό περιμένει τα σχόλια, τις σκέψεις σας ή τα ερωτήματα που τυχόν έχετε προς αυτόν/ήν.

 

καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ #1

 

Ο   τ ρ ό μ ο ς   τ ο υ   κ α λ ο κ α ι ρ ι ο ύ

 

Ο καθένας έχει το δικό του συμβολικό καλοκαίρι. Για άλλους είναι ο χαμένος παράδεισος,για άλλους η διαρκώς ανανεούμενη ελπίδα, για άλλους τρόμος. Τις δύο πρώτες εκδοχές εύκολα τις άποδεχόμαστε. Πολλοί όμως αποφεύγουν να ομολογήσουν τον τρόμο, τον τρόμο του καλοκαιριού. Γιατί ο καλοκαιρινός ήλιος είναι ζωή και θάνατος, χρυσός και κατάμαυρος, μαχαιριά που ανοίγει στα δυο τον καρπό της καρδιάς σου και συγκρίνεις τα κομμένα κομμάτια της. Λες,τούτο εδώ που σήμερα ζω,αξίζει να λέγεται φως; Αξίζει να λέγεται καλοκαίρι;

Στα παιδικά χρόνια η επέλευση του μαγικού Ιουνίου, ήταν η εισβολή μας στον  κήπο της Εδέμ. Χωρίς σχολείο και μαθήματα, αμέσως μετά το μαρτύριο των τελευταίων διαγωνισμών, της αβύσσου της εξεταστικής κόλλας. Και ελευθερία!...Εκεί που πουθενά αλλού δεν αναπαύεται η ψυχή. Τα πρέπει λιγόστευαν, οι γονείς γίνονταν πιο ελαστικοί, οι φίλοι πιο θαραλλέοι, η θέρμη του μεσημεριού προξενούσε αντικατοπτρισμούς ονείρων, μπορούσαμε να τρέξουμε με πέδιλα στις φαντασιώσεις μας.

 

Μου δόθηκε το δυσμενές προνόμιο να έχω ζήσει θαυμαστά καλοκαίρια μέχρι τα είκοσι χρόνια μου. Να συνεχίζω να ζω με την ευλογία και την κατάρα τους. Γιατί η ανάμνηση, εκείνο το εκτυφλωτικό βίωμα στη χρυσή αμμουδιά της Κρήτης που παραθερίζαμε, είναι το μονιμότερο βίωμα του μέσα κόσμου μου, πρόγευση απτή Παραδείσου. Όμως ταυτόχρονα ακονίζει σκληρό κριτήριο που ακυρώνει κάθε άλλο καλοκαίρι, όπου αλλού, ακόμα και στην ίδια αμμουδιά που, εντελώς τουριστική τώρα πια, σε τίποτα δεν μοιάζει με εκείνη που ήταν.

Δόξα τω Θεώ, δεν είναι ακριβές αυτό που απερίσκεπτα θέλουν να λένε οι άνθρωποι, πως ''περασμένα ξεχασμένα'' ή ''κοιτάω μπροστά'' και άλλες παρόμοιες θυμοσοφίες. Ο άνθρωπος δεν έχει μόνο αίμα, έχει και μνήμες στις φλέβες του. Πάντα κυλούν και ανακυκλώνονται, αναβιώνονται και ξανατοποθετούνται όσα σημαντικά ζήσαμε. Όσα τον μετρημένο χρόνο μας τον έκαναν αιωνιότητά μας. Δεν τελειώνεις εύκολα με τα σημαντικά κι αν εσύ θεωρείς πως τα σβήνεις εκείνα δεν φεύγουν. Παριστάνουν πως χάνονται, ενώ στριμώχνονται στη γωνιά της συνείδησης, λίγο παραπίσω, σαμποτάρουν το συναίσθημα, αναστατώνουν τον ύπνο, αυξάνουν το χάος του ανικανοποίητου. Όχι, δεν είμαστε μονάχα όσα αποφασίζουμε να επιθυμούμε, όσα αποφασίζουμε να θυμόμαστε. Ιδίως δεν γίνεται να ξεχνάς τα παιδικά καλοκαίρια σου, τότε που ενώθηκες με τη γνήσια ψυχή σου.

Γι αυτό εγώ τα καλοκαίρια τα φοβάμαι. Θα με μελαγχολήσουν ξανά, το ξέρω, όπως πάντα απ΄ όταν έφυγα από εκείνη την παραλία έξω απ΄ τα Χανιά. Όπου κι αν πήγα μετά, εκείνη την άμμο γύρευα, εκείνα τα παιχνίδια, εκείνες τις φωνές, και δεν την ξαναβρήκα. Τουλάχιστον γνώρισα πώς περίπου θα είναι ο Παράδεισός μου, ακόμα κι αν ο δίκαιος Θεός αποφασίσει να με βγάλει απ έξω και μόνο πίσω από κάγκελα να τον κοιτώ.

 

για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου

Μάρω Βαμβουνάκη

135279-Altalena.gif

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 9 - ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008 10:32 πμ |

9789604552702.gif

Όπως ανήγγειλα προ ημερών, ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος μίλησε στο ιστολόγιό μας με αφορμή το "Πανδαιμόνιο", την τελευταία συγγραφικήτου κατάθεση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Απλός και προσηνής απάντησε στα ερωτήματα που του έθεσα διαβάζοντας το εξαίρετο αυτό βιβλίο. Σήμερα ζει και εργάζεται στην πόλη του Βόλου. Την πλήρη εργ100712-cafe007%5B1%5D.gifογραφία του μπορείτε να τη δείτε κάνοντας κλικ εδώ. Τι λέτε; Με συντροφιά ένα φλιτζάνι καφέ ξεκινάμε;

cup-tea.gif

 

apogevma sto parathyro.jpg

Κύριε Ακρίβε, καλώς ορίσατε στο σαλόνι του ιστολογίου Ελληνική λογοτεχνία - Τέρα Άμου. Να που συναντιόμαστε, έστω και με τρόπο ψηφιακό με αφορμή ένα βιβλίο που προσωπικά το λάτρεψα και γι' αυτό ακριβώς θέλησα να σας συναντήσω.

ka.jpg

Καλώς σας βρίσκω όλους εδώ στην μπλογκόσφαιρα κι ευχαριστώ για την πρόσκληση, Νίκο. είμαι έτοιμος να απαντήσω σε κάθε ερώτηση.

 

 

apogevma sto parathyro.jpgΘα μπορούσαμε να πούμε ότι με το «Πανδαιμόνιο» εκπληρώσατε κάποιο όνειρό σας ή καλύφθηκε ένα κενό που σας βασάνιζε στη συγγραφική σας πορεία;

 

 

ka.jpg

Από το 1985, όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, μέχρι την άνοιξη του 2002 που άρχισα να κρατώ τις πρώτες σημειώσεις -αυτές που θα γίνονταν η μήτρα του ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟΥ-, κουβαλούσα μέσα μου την αλλόκοτη ιστορία ενός ανθρώπου που όχι μόνο δεν είχε πάει ποτέ του με γυναίκα, αλλά που σε ολόκληρη τη ζωή τα μάτια του δεν είχαν δει γυναίκα.

Γεννημένος πριν από ενενήντα χρόνια στην Ικαρία, ο γέροντας Αντώνιος στη μονή Γρηγορίου είχε την ατυχία να μείνει ορφανός από κούνια. Ο πατέρας του ταξίδευε τότε με τα καλυμνιώτικα σφουγγαράδικα και άλλος συγγενής, εκτός από έναν θείο που καλογέρευε σε κάποιο μοναστήρι στον Άθω, δεν υπήρχε. Αυτός πήγε και πήρε το μωρό κι αυτός το μεγάλωσε, έχοντας κατά νου πως κάποια στιγμή το παιδί θα έβγαινε «έξω στον κόσμο». Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε ποτέ, μιας και ήταν στη μοίρα του μικρού να μονάσει και να περάσει όλη του τη ζωή στο Όρος. Μοναδική γυναικεία μορφή που ήξερε ήταν εκείνη που προσκυνούσε, η Παναγία, καθώς και οι υπόλοιπες αγίες έτσι όπως τις έβλεπε εικονογραφημένες στα μοναστήρια. Αυτή ήταν η μοναδική γνώση που είχε για το γυναικείο φύλο.

Έτσι έγινε, κι όλα αυτά τα χρόνια κουβαλούσα την ιστορία του μοναχού χωρίς να γνωρίζω πώς να απαλλαγώ απ'; αυτήν. Ή να εκτονωθώ από την παραξενιά της. Τη διέσωσε (και με έσωσε) η λογοτεχνία. Η μαστόρισσα που ξέρει πώς να αναδείξει το ασήμαντο, το παράταιρο, το λοξό, το ελάχιστο. Η μάγισσα που παίρνει το τίποτα και το μεταμορφώνει σε παραλήρημα, σε ουράνιο τόξο, σε διαρκή μέθη. Που μας κάνει όλους, αναγνώστες και συγγραφείς, δημιουργούς ενός σύμπαντος εξίσου θεϊκού μ' αυτό που μας φιλοξενεί.

 

apogevma sto parathyro.jpg

Η παράθεση τόσο διαφορετικών ειδών γραπτού λόγου, δοκιμιακού, εσωτερικού μονολόγου, σύντομων μηνυμάτων sms. πρωτοπρόσωπης αφήγησης κλπ. Εκτός από το ενδιαφέρον του αναγνώστη που μένει σταθερό, εξυπηρετούσε και τον μύθο αυτό καθεαυτό; Και αν ναι, με τι τρόπο;

 

 

ka.jpg

Ζητούμενο σε κάθε fiction ιστορία είναι η πειστικότητα. Αν η αφήγηση δεν πατάει σε σταθερά πόδια, τότε χάνει τη δυναμική της και τα πρόσωπα γίνονται έρμαιο των βουλήσεων του συγγραφέα. Κάθε κείμενο οφείλει πρώτ' απ' όλα να σέβεται τον εαυτό του: να κατοικείται από χαρακτήρες που θα αναδίδουν οσμή πραγματικότητας και ζωής σε διαφορετική περίπτωση, χτίζουμε παλάτια στην άμμο. Από τη στιγμή επομένως που το ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ «απαίτησε» τη συμμετοχή από κάποιους αυτόπτες ή αυτήκοους μάρτυρες, θεώρησα λογικό να τους αφήσω να εκφραστούν με τον δικό τους τρόπο, με τα δικά τους λεκτικά όπλα.

 

 apogevma sto parathyro.jpg

Η Δόμνα είναι η κοπέλα που στα δεκάξι της χρόνια θα ερωτευτεί τον Νήφωνα, είναι θα λέγαμε το αγοροκόριτσο που πήρε από νωρίς τα ηνία της ζωής στα χέρια της, είναι εκείνη που παλεύει για τον άρτον τον επιούσιον καθημερινώς. Τα στοιχεία αυτά έκαναν ευκολότερή για εσάς τη μετάβασή της στην Αθωνική Πολιτεία; Μιλήστε μας περισσότερο γι' αυτό.

 

 

 

ka.jpg

Ήταν μια παράξενη κατάσταση αυτή που βίωνα στις επισκέψεις μου στο Άγιο Όρος γιατί, ενώ βρισκόμουν μέσα σε μια εντελώς ανδροκρατούμενη κοινωνία, εγώ είχα στο νου μου ένα θηλυκό πλάσμα, τη Δόμνα. Τη φανταζόμουν εκεί μέσα και την έπλαθα με τη φαντασία μου την ώρα που περπατούσα στις μονές, συζητούσα και έτρωγα με τους άλλους καλόγερους, κλπ, κλπ. Ποτέ άλλοτε ένα δημιούργημα μυθοπλασίας δεν ήταν για μένα τόσο «ζωντανό» και ταυτόχρονα τόσο απαγορευμένο.

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Ποιο είναι τελικώς το σημαίνον και το σημαινόμενον στην επιλογή σας να χωρίσετε το βιβλίο σε 24 κεφάλαια, όσα δηλαδή και τα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου;

 

 

 

 

ka.jpg

Όσες και οι ομηρικές ραψωδίες, θα έλεγε κάποιος άλλος. Ή οι στάσεις του Ακάθιστου Ύμνου, των ανοιξιάτικων Χαιρετισμών - λέω εγώ...

 

 

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Τα στοιχεία της αγιορείτικης φύσης συμμετέχουν τόσο δυναμικά στην εξέλιξη του μύθου, ώστε μας δημιουργείται η αίσθηση πως η ίδια η φύση γνωμοδοτεί ή χρωματίζει τις εξάρσεις στο θυμικό των ηρώων. Ένιωσα πως οι χτύποι της καρδιάς κάθε ήρωα συντονίζονταν με τη φύση, όπως αντίστιχα η ψυχή ενός δια Χριστόν σαλού με το θείο. Μιλήστε μας γι' αυτό.

 

 

 

ka.jpg

Η φυσική και η πνευματική ομορφιά του Αγίου Όρους, η ιδιαιτερότητα της κοινωνίας του, η αυταπάρνηση των μελών της τόσο στις σκήτες όσο και στις μονές και γενικά πόσο ξεχωριστός τόπος είναι μέσα στο χάρτη του σημερινού παγκοσμοποιημένου χωριού, τον κάνουν τόπο ξεχωριστό. Για πολύ κόσμο το Όρος αποτελεί το μέρος για να καταφύγει κανείς για να σωθεί ή από κάποια δυστυχία ή από την άνευ περιεχομένου ψευδοευδαιμονία της ζωής. Όπως πολλοί στις μέρες μας ζητούν να βρουν ένα νόημα ύπαρξης σε θεωρίες και σε πρακτικές, ή ακόμη και στις απαγορευμένες ουσίες, έτσι και το Όρος είναι μια μικρή γωνιά του κόσμου για να χουχουλιάσει κανείς την ύπαρξή του. Για πολλούς αποτελεί το έσχατο απάγκιο. Έτσι τον έχω βιώσει όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι μαζί του και έτσι δοκίμασα να τον καταγράψω στο βιβλίο, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει και η κριτική ματιά μου απέναντι σε καθετί αγιορείτικο που με ενοχλεί. Και δυστυχώς αυτά δεν είναι λίγα.

 

apogevma sto parathyro.jpg

Σε κάποιο σημείο αναφέρετε το εξής: «Πού θα έβγαινε αυτή η ακροθιγία των σωμάτων»; Εντυπωσιάζει η σταθερή σε όλο το κείμενο ευαισθησία σας, όταν καλείστε να αποδώσετε τις τρυφερές στιγμές ενός έρωτα που μόλις γεννήθηκε ή στην μετέπειτα ολοκλήρωσή του. Πόσο εύκολο ήταν τελικά -ή επικίνδυνο για το κείμενο- να πέσετε στον πειρασμό και να γίνει αυτοσκοπός η λεπτομερής περιγραφή της ερωτικής πράξης με όρους τελείως σαρκικούς;

 

 

ka.jpg

Δεν ήταν δυνατό να απουσιάσουν οι ερωτικές σκηνές, καθώς τα δύο πρωταγωνιστικά πρόσωπα, ο μοναχός Νήφωνας και η Δόμνα, θα καταφύγουν κάποια στιγμή στην από-θέωση του έρωτα. Εκείνο ωστόσο που πρέπει να εξετάσουμε είναι πώς λειτουργούν αυτές οι σκηνές μες στο μυθιστόρημα. Σ΄ αυτή την περίπτωση το κριτήριο είναι ο τρόπος με τον οποίο η αφήγηση πραγματώνει τη δράση των προσώπων του βιβλίου: Είναι χυδαίος ή όχι; Αποσκοπεί στον αγοραίο σκανδαλισμό ή στη σωστή σκιαγράφηση των χαρακτήρων; Εντέλει, μετουσιώνεται η προσπάθεια του συγγραφέα σε κείμενο όπου καθρεφτίζεται η βαθύτερη αγωνία του;

 

apogevma sto parathyro.jpg

Η μορφή του γέροντα Γεδεών αντιπροσωπεύει θα λέγαμε τη μερίδα εκείνη του κοινού που τη διαπερνά εθνικό ρίγος στο ενδεχόμενο και μόνο πως μια μέρα η Πόλη θα περάσει ξανά στα χέρια των Ελλήνων. Ποιο είναι αυτό το κάτι παραπάνω που προσέθεσε στο βιβλίο η περσόνα του ηλικιωμένου γέροντα;

 

 

 

ka.jpg

«Πανδαιμόνιο» χωρίς τον Γεδεών δεν γινόταν! Το μεγάλο του όνειρο είναι πότε να ξαναδεί ελληνική την Κωνσταντινούπολη. Και μάλιστα είναι τόσο έντονη αυτή η επιθυμία, που την τοποθετεί πιο ψηλά ακόμη κι από τη χριστιανική του πίστη. Πίστη του είναι πως για έναν τόσο ανώτερο σκοπό, συγχωρείται ακόμα και η κατάλυση του άβατου του Αγίου Όρους. Έτσι λοιπόν αυτό το όνειρο γίνεται καταλυτικός μοχλός για να συγχωρέσει την ύπαρξη γυναίκας στο Όρος και στη συνέχεια να τη βοηθήσει σε ό,τι δραματικό θα ακολουθήσει.

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Καθώς προχωρούσε ο μύθος, περίμενα πως ο ρόλος του Αρσένιου, του μοναχού με τις ομοφυλοφιλικές τάσεις, θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα, αλλά η τελευταία φορά που εμφανίζεται είναι όταν δίνει κατάθεση στην αστυνομία. Και γιατί δεν θα μπορούσε να ήταν αυτός που θα ανακάλυπτε τη Δόμνα κλεισμένη στο κελί του Νήφωνα, αφού και νέος ήταν και ψυχή βασανισμένη από τα πάθη, οπότε ψυχή πιο ανεκτική και στων άλλων τα σφάλματα;

 

 

ka.jpg

Η μυθοπλασία όμως του επιφυλάσσει έναν πιο καίριο αφηγηματικό ρόλο: είναι αυτός που θα παρεξηγήσει τα βογκητά του τοκετού μέσα από το κελί, με τους ερωτικούς αναστεναγμούς που, κατά την υποψία του, προέρχονται από την πιθανή συνεύρεση του Νήφωνα με κάποιον άλλο μοναχό. Ο μοναχός ο άνθρωπος...

 

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Ο αναγνώστης έκπληκτος πληροφορείται από το παλιό χειρόγραφο που συντήρησε ο Δυτικός μοναχός ότι υπάρχει μια προφητεία που λέει πως από το παιδί που θα γεννηθεί στο άγιο όρος θα κερδισθεί ξανά η Κωνσταντινούπολη. Γιατί έπρεπε να έρθει Δυτικός μοναχός κι όχι ορθόδοξος; Εξυπηρετούσε και δική σας ανάγκη να καταπιαστείτε με θέματα που άπτονται του χωρισμού, του Σχίσματος των δύο Εκκλησιών;

 

 

ka.jpg

Χαίρομαι με την παρατήρηση γιατί αυτός ήταν και ο αρχικός μου σκοπός, να δείξω δηλαδή το αλληλοφάγωμα ανάμεσα στα χριστιανικά δόγματα. Σας πληροφορώ ότι πολλές φορές έτυχε να γίνω μάρτυρας συζητήσεων στο Άγιο Όρος όπου οι μοναχοί θεωρούν χειρότερο εχθρό, μεγαλύτερο ακόμα κι απ'; τους Τούρκους, τον Πάπα και τη δυτική εκκλησία. Με αυτή λοιπόν την πρόθεση, εκείνος που θα κάνει την αποκατάσταση του χειρογράφου είναι ένας μοναχός από την Τοσκάνη, ο Λορέντζο, και αυτός είναι που θα φέρει στο φως την τρομερή προφητεία.

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Ομολογώ πως αν κάτι δεν περιμένει ο αναγνώστης είναι η εμφάνιση της Παναγίας σε όραμα μπροστά στον Γεδεών τη στιγμή που είναι έτοιμος να θέσει σε εφαρμογή την αποτρόπαια πράξη του. Η επέμβαση του θεϊκού στοιχείου έρχεται να δικαιολογήσει το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;» Προκειμένου δηλαδή να έρθει στον κόσμο αυτός που θα χαρίσει στην Ελλάδα την Κωνσταντινούπολη, η Παναγία «επιτρέπει» (βλέπετε, βάζω εισαγωγικά) τη γέννηση μωρού στο Άγιον Όρος;

 

 

ka.jpg

Βλέπουμε μονάχα ό,τι θέλουμε να δούμε και δεν ονειρευόμαστε άλλο από τους φόβους και τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Ας με συγχωρέσει η αγιότητά Της που την βάζω συνεργό σε μια «βλάσφημη» πράξη, αλλά η λογοτεχνία είναι πολύ ζηλιάρα: ή σε έχει αποκλειστικά δικό της σύντροφο ή σε παραδίδει στο πυρ της ανυποληψίας και της αδιαφορίας.

 

 

 

apogevma sto parathyro.jpg

Κύριε Ακρίβε, θα ήθελα τώρα με τα αρχικά του ονόματός σας σε κ άθετη διάταξη να σκεφτείτε και να μου πείτε μια λέξη ή φράση που έρχεται στο μυαλό σας.

 

 

 

ka.jpg

Με μεγάλη μου χαρά! Λοιπόν, για να δούμε...

 

Από τον:

 

Κ ΑΙ ΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΕΠΑΝΕΡΧΟΝΤΑΙ

Ω ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Σ τα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα

Τ Α ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΔΡΙΑΝΟΥ

Α ΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ REMINGTON

 

Α ΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Κ ΑΘΩΣ ΨΥΧΟΡΡΑΓΩ

Ρ ωτούσε για την ποιότητα

Ι ΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ

Β ΙΒΛΟΣ

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ

 

με αγάπη

 

apogevma sto parathyro.jpg

Σας ευχαριστώ και εκ μέρους των αναγνωστών του ιστολογίου για αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα κουβέντα που είχαμε. Εύχομαι το "Πανδαιμόνιο" να ανοιχτεί και σε άλλες χώρες πέραν της Ελβετίας, όπου έμαθα πως αγοράστηκαν τα δικαιώματα και θα μεταφραστεί.

ka.jpg

Να' στε καλά! Κι εγώ σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία και τις ευχές.

butterfly2.gifbutterfly2.gif

551n69g28qdz9.gif


MySpace Backgrounds