«Στ' αριστερά μας θάλασσα, στα δεξιά, κρατήρες ηφαιστείων. Ελα στο μέσον της οπτικής και ισορρόπησε, αν σου βαστά. Θέλει κότσια, θέλει πίστη η ζωή που έχουμε επιλέξει»
Η συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Ελένη Γκίκα συνεχίζει με την παρουσία της την παρέλαση των κειμένων που αναφέρονται στο καλοκαίρι. Ακόμη ένα πρωτότυπο, αδημοσίευτο μέχρι στιγμής κείμενο, έφτασε στο ιστολόγιο κι ευχαριστώ για άλλη μια φορά τόσο την Ελένη όσο και όλους που συμμετείχαν μέχρι στιγμής. Αύριο μπαίνει ο Ιούλιος. Ας δούμε τι έχει να μας πει η συγγραφέας!
καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ#13
Ο Ι ο ύ λ ι ο ς π ο υ μ ε γ α λ ώ ν ε ι τ η ν κ α ρ δ ι ά
«Πώς μεγαλώνει μια καρδιά;
Εύκολα. Είναι πλασμένη από υλικό που τεντώνεται και φτάνει στο άπειρο».
«Ε, λοιπόν, ο Ιούλιος μεγαλώνει την καρδιά!», σκέφτεται. Τουλάχιστον, η δική της καρδιά, πάντοτε τον Ιούλιο μεγάλωνε.
Ιούλιο, άλλωστε, γεννήθηκε. Μια νύχτα Σαββάτου με βασανιστική πανσέληνο που τρέλαινε τον κόσμο και τον έκανε να ξεχειλώνει τα όνειρά του. Γι'; αυτό και την εξόρκιζε η μάνα της: «πρόσεχε τις ευχές και τις κατάρες! Ποτέ δίχως διάκριση».
Αλλά εκείνη τη διάκριση, άργησε χρόνια πολλά να την πετύχει. Αδιακρίτως πορεύτηκε χρόνια και χρόνια.
Εντατικά μαθήματα εκμάθησης ανέλαβε ο μήνας της. Χρόνο παρά χρόνο.
Πότε τη σκάλιζε με τη ζεστή, μελένια, μαγική θαλπωρή του, βυθιζόταν στα μάγια του και ξεκόλλαγε κατά Αύγουστο μεριά, πότε την πέταγε σε ξέρες με χαστούκια. Εκ των υστέρων, μετρώντας κέρδη και ζημίες, απ'; τα χαστούκια έβλεπε ότι έβγαινε κερδισμένη. Διότι όπως το καράβι του πόνου είναι απέναντι από αυτό της δημιουργίας, έτσι ακριβώς και το κλειδί της καρδιάς της, μονάχα ματωμένη την ξεκλείδωνε και την μεγάλωνε. Βράχος, αλλιώς.
Όσες φορές έκλαψε Ιούλιο, το ΄';ξερε, προετοιμαζόταν μετά για μεγάλες αλλαγές. Σαν να ξανάφτανε για άλλη μια φορά στον κόσμο. Σα να ξαναγεννιόταν. Όμως, ποτέ από τον ίδιο δρόμο.
Ιούλιο παντρεύτηκε τον άντρα της. Άτυχος γάμος. Αλλά πάνω σ'; αυτόν ακούμπησε και στέριωσε την τύχη της. Είπε χαίρω πολύ στη μοναξιά, κι έκτοτε ούτε που την φοβήθηκε.
Ιούλιο, κινδύνεψε να χάσει τη ζωή της. Θανατερό ταξίδι. Μάζεψε έκτοτε τη μοίρα της απ'; τα σκουπίδια κι είπε ν'; αλλάξει ζωή. Την επιθυμία της από τότε ούτε που την φοβήθηκε.
Ιούλιο γνώρισε εκείνον τον επικίνδυνο άντρα. Φαρμακερή συνάντηση. Μάζεψε τα συντρίμμια της στις στάχτες και βρήκε αλλού κι αλλού ζωή. Το ρίσκο ως σκαλοπάτι ζωής έκτοτε επεδίωκε.
Ιούλιο έχασε τη φίλη της την παιδική. Αβάσταχτη απώλεια. Είπε χαίρω πολύ στο τίποτα κι αντάμωσε σ'; αυτό σχεδόν τα πάντα. Το αιώνιο πρόσωπο και την αέναη παρουσία, έκτοτε γεύτηκε.
Ιούλιο, έφυγε απ'; τη δουλειά της. Για πάντα. Απελπιστική ελευθερία.
Μπερδεύτηκε τόσο στα σταυροδρόμια του «μπορώ», που δεν είχε πού το γόνυ κλίναι.
Ιούλιο, εγκατέλειψε το σπίτι της. Αφόρητη ερημιά. Κατέλυσε υπό τη στέγη του Θεού κι έκανε όλο τον κόσμο, κόσμο της. Εκτοτε, ούτε το κρύο ξανάνιωσε ούτε τη ζέστη.
Ιούλιο άφησε το χωριό της. Πρωτοφανής ορφάνια. Δίχως στέγη, δίχως νόμο, δίχως έλεγχο, έκανε όλο τον κόσμο σκέπη της. Την ανθρωπότητα, τροφό της. Την απώλεια, έκτοτε, ούτε που την σκέφτηκε.
Όμως τα πιο εντατικά μαθήματα ο μήνας της της τα κανε όταν τη βύθισε στο κενό. Στον άδειο χρόνο του φρόντιζε να της αποκαλύπτονται όλα τα θαύματα. Όταν οι γρίφοι της κι οι φόβοι της, φαντάσματα σχεδόν από την κούνια, σέρναν την κουνουπιέρα ως την ερημιά. Θύμωνε, θόλωνε, θάμπωνε, θαύμαζε, θυμόταν στο τέλος.
Έτσι πορεύτηκε. Με μέλια- μαχαίρια από μωρό. Με έρωτα- έρημο σ'; όλη την εφηβεία. Με σώμα-σταυρό σε μια ζωή δίχως νόημα, Γολγοθά.
Από Ιούλη σε Ιούλη.
Με καρδιά να τεντώνεται σαν καλοκαιρινό καρπούζι και να τείνει να απλώσει στο άπειρο. Με μυαλό σκοτισμένο από τους μήνες του χειμώνα και την άνοιξη την πλανεύτρα που προηγήθηκαν. Με μυαλό πανικόβλητο για τον τρομερό μήνα Αύγουστο και το φθινόπωρο των αλλαγών.
Διότι η άγνοια στο μυαλό κατοικοεδρεύει. Η καρδιά είναι πάνσοφη.
Έτσι λοιπόν, από Ιούλιο σε Ιούλιο πορευόμενη, έμαθε να γεμίζει - χωρίς τρόμο- ρωγμές. Μέσα απ'; τα ρήγματα μονάχα μπορούσε να βλέπει τον κόσμο της. Μέσα απ'; τα ρήγματα μπορούσε να αντικρίζει το σύμπαν. Θόλωνε, αλλιώς.
Αλλά και πάλι, όσα κέρδιζε τα χανε. Σπαράγματα αλήθειας το υπέρτατο κέρδος. Και μια αθωότητα σαν αυτή του μωρού.
Στα σκαλοπάτια του Ιούλη κάθε φορά απίθωνε τις γνώσεις της. Στο πάνω- πάνω το σκαλί, τα συμπεράσματα. Πιο κάτω, οι ιδεοληψίες. Στη βάση, νουθεσίες, προτροπές, κληρονομιές και προδιάθεση.
Άντε εσύ μετά να ξεφύγεις.
Ακόμα παλεύει με τις εμμονές της. Και γύρευε πόσους Ιούλιους ακόμα...
Το πιο πιθανό, μέχρι τον τελευταίο. Κομμάτια θα συμπληρώνει. Κι ίσως να δει. Αν είναι άξια κι αν της ανήκει...
Διότι όπως το είχε πει κι ο πατέρας της, «θα πρέπει να σου ανήκει το θαύμα για να γίνει».
Αλλά και το ότι κάθε Ιούλη μεγαλώνει η καρδιά, δεν είναι από μόνο του ένα θαύμα;
Και το πιο θαυμαστό... Ποτέ από τον ίδιο δρόμο!
Κι ας υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια μια ζωή τις ευκολίες της.
Έρχεται - μια στιγμή- ο Ιούλιος και πάλι τις θερίζει.
Ώσπου να κατορθώσει για άλλη μια φορά αυτό το αγαπημένο, απεγνωσμένο άλμα στην αρχή. Διότι στην άβυσσο είναι ο θεμέλιος λίθος της. Το σπέρμα της, στον Ιούλη.
ΥΓ. Ο Ιούλιος είναι «περιοδεύων» μήνας. Γι'άλλους βρίσκεται μέσ'στο καταχείμωνο, για κάποιους πολύ ρομαντικούς μέσ'; στην καρδιά του Σεπτέμβρη. Για τους νεανικούς, την άνοιξη. Για τους σπιτόγατους, ντάλα χειμώνα. Και για όσους τρελαίνονται και παν, κατακαλόκαιρο. Δε λεν οι ψυχολόγοι, «προσοχή το καλοκαίρι»;
Τον Ιωάννη τον πρωτοσυνάντησα τον περασμένο μήνα στο βιβλιοπωλείο του Ιανού της Θεσσαλονίκης. Μήνες πριν τη συνάντηση περνοδιάβαινα στο εξαίρετο από πολλές απόψεις ιστολόγιό του και έψαχνα ανάμεσα στις όμορφες εγγραφές του εκείνες που θα ταιριαζαν πιο πολύ με τη δική μου αισθητική. Ο καιρός πέρασε, ωρίμασε σαν φρούτο καλοκαιρινό κι έγινε ένα μικρό καλαίσθητο βιβλίο που κυκλοφόρησε μόλις πριν ένα μήνα από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος κι εγώ το απόκτησα μέσω ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου. Και μόνο ο τίτλος του που παίζει με τη ορολογία της βυζαντινής Μουσικής είναι αρκετός να κάνει τον αναγνώστη να το πάρει στα χέρια του και να το ξεφυλλίσει. Η ματιά πέφτει αμέσως σε εικόνες και αισθήματα που πραγματεύονται την απώλεια του έρωτα, τις νεφοσκεπείς μέρες της Θεσσαλονίκης που γίνονται αφορμή για ποιητικές εξάρσεις, στον έρωτα που χωρίς ένα ρούχο μοιάζει τόσο αγοραίος! Επαναλαμβανόμενα μοτίβα ειδωμένα από διαφορετικό πρίσμα. Ο έρωτας μπορεί να είναι λυτρωτικός, μπορεί αιτία καταστροφής, μπορεί και ανολοκλήρωτος, μα πάντα σε πάει παραπέρα, πιο κοντά στην ελπίδα πως η ζωή έχει πολλά γυρίσματα, λίγο παρακάτω ένας άλλος άνθρωπος περιμένει να γίνει τοάλλο μισό της ψυχής σου. Ο Ιωάννης δεν απελπίζεται σε σημείο να οδηγεί την ποίηση σε εγκλεισμούς και δωμάτια υγρά, δίχως προοπτική ενός παραθύρου. Καταφέρνει - μέσα από τον πόνο της απώλειας- να μάς δώσει την ώθηση, το ξανάνιωμα, την αίσθηση ότι δε θέλει και πολύ να μάθεις να πετάς ξανά με τα δυο τσακισμένα από το χρόνο φτερά σου! Διαβάζεις για τα έρημα σπίτια και παρακάτω σε περιμένει μια σφιχτή αγκαλιά και αμέσως ξεχνάς όσα σε πληγώνουν.
Επηρεασμένος σαφέστατα από τα χρόνια που έζησε στο νησί της Σάμου, την τιμά ιδιαίτερα όπως και τις εικόνες των δικών του ανθρώπων με τους οποίους "έκλεισε στο χαρτί λίγες λέξεις για τον καθένα" όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αρχή κιόλας του βιβλίού. Εννιά κεφάλαια θα λέγαμε ότι απαρτίζουν το πρώτο του βιβλίο τα οποία αναπτύσσονται σε επιμέρους σύντομες ποιητικές καταθέσεις που φέρουν αντί για τίτλο τον λατινικό τρόπο αρίθμησης. Τα πρώτα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στον "Απόπλου" των Σαμιακών Γραμμάτων πριν μερικά χρόνια.
Για εσάς διάλεξα πέντε αποσπάσματα που με αγγιξαν περισσότερο, κι ας δυσκολεύτηκα πολύ, αφού τούτο το βιβλίο έχει στις σελίδες του τόπους καταφυγής, τόπους να συνομιλήσεις παρέα με ένα φίλο που ήρθε από τα παλιά..
Η σειρά που εγκαινιάσαμε συνεχίζεται σήμερα με τη συμμετοχή της συγγραφέως Κατερίνας Καριζώνη (Μεγάλο Αλγέρι, Τσάι με τον Καβάφη, Βαλς στην ομίχλη, εκδ. Καστανιώτη). Στο γράμμα που μου έστειλε γράφει χαρακτηριστικά:
Αγαπητέ Νίκο, σου στέλνω ένα παλιό ποιήμα από την ποιητική μου συλλογή "Αναπάντεχο Καλοκαίρι" εκδόσεις Εγνατία 1977!
Έτοιμο λοιπόν το τρίτο και τελευταίο μέρος του φιλμ που γύρισε ο Iταλός σκηνοθέτης Maurizio, Το βίντεο ανοίγει με τη μορφή της 94χρονης σήμερα Αγγέλικας Κοντοβερού, η οποία μετά από μύρια βάσανα, δίωξη από τους Γερμανούς, ξενιτιά και τόσα άλλα ζει σήμερα στη Νϊσυρο. Όσοι διαβάσατε την Τέρα Άμου θα την θυμηθείτε όταν κάθεται με την Αλέξαινα και τη μικρή Σοφία κάτω από τ' αμπέλι ή όταν τρέχει να ημερέψει τη μανιασμένη θάλασσα με το κερί του επιταφίου.
Απολαύστε εικόνες από τα ασπρίσματα πριν το Πάσχα, τα Νικειά, το χωριό της μητέρας μου, δείτε τον Ντίνο Παπαδέλια να κατασκευάζει ψηφιδωτά και μουσικά όργανα, τον Γιάννη Σακελλαρίδη να αφηγείται το πώς έμαθε τα ιταλικά, όταν το 1936 απαγορεύτηκε η ελληνική γλώσσα στο νησί. Δείτε επίσης την αρχιτεκτόνισσα κ. Πέτρα να μας ξεναγεί στο σπίτι της και να εξηγεί τους λόγους που την οδήγησαν στην αγορά του. Χορέψτε, τέλος, στην πλατεία των Νικειών με το σύλλογο γυναικών...
Έτοιμο και το δεύτερο από τα τρία μέρη του ντοκιμαντέρ για τη Νίσυρο που ο Maurizio ετοίμασε. Όσοι δεν είδατε το πρώτο μέρος πηγαίνετε στην προηγουμένη εγγραφή και μετά σε αυτήν εδώ. Με την ευκαιρία να στείλω τους χαιρετισμούς μου στα αδέρφια μου στην Αμερική που με τον τρόπο αυτό θα πάρουν μια ακόμη γεύση από τη μικρή μας πατρίδα.
Τον Maurizio, Ιταλό σκηνοθέτη απ' το Μιλάνο, τον γνώρισα πριν επτά χρόνια. Τόσο αυτός όσο και η γυναίκα του αγάπησαν πολύ τη Νίσυρο και από τότε την επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι. Ο Maurizio λοιπόν δημιούργησε ένα 30λεπτο φιλμάκι για τη Νίσυρο το οποίο προβλήθηκε από το RAIUNO, την κρατική δηλαδή ιταλική τηλεόραση. Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι μου έφερε ως δώρο την βιντεοκασέτα. Χώρισα το φιλμ σε τρία μέρη και σήμερα παρουσιάζω το πρώτο μέρος. Βέβαια δεν είναι υποτιτλισμένο στα ελληνικά, αλλά οι εικόνες και κάποιες λέξεις που είναι ελληνικές θα σας βοηθήσουν. Θα μπορούσα να σας το μεταφράσω αλλά χρειάζεται πολύ δουλειά στο πρόγραμμα και απόλυτο χρονικό ταίριασμα εικόνας και λόγου και, πιστέψτε με, κάτι τέτοιο μου είναι δύσκολο.
Ανοίξτε λοιπόν και πάλι τα φύλλα της καρδιάς σας κι ελάτε για ένα ταξίδι στη Νίσυρο.
Φίλες και φίλοι, καλημέρα πέρα για πέρα! Περάσαμε λοιπόν την πρωτη δεκάδα συμμετοχών και συνεχίζουμε με τη δεύτερη, την οποία και εγκαινιάζει ο ιατρός και συγγραφέας Μιχάλης Κοκκινάρης. Μάλιστα οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου θα θυμούνται ένα από τα βιβλία του με τον τίτλο "Ελ Χακίμ (=ο θεραπευτής) το οποίο κέρδισαν 5 άτομα σε κάποιον από τους διαγωνισμούς.
Είστε έτοιμοι για ακόμη ένα ταξιδάκι στη λογοτεχνία; Επιβιβαστείτε λοιπόν και...φύγαμε!!!
καλοκαίρι, έτσι έμαθα να σου μιλώ#11
Α π' τ α κ α λ ο κ α ί ρ ι α π ο υ π έ ρ α σ α ν
Το καλύτερο, το ανεξίτηλο, στο βασίλειο της μνήμης, είναι το καλοκαίρι της ψυχής! Εκείνο το καλοκαίρι που σ' έκανε να νιώσεις μέρος ενός κόσμου ανέγγιχτου, βγαλμένου απ' τα ακροδάχτυλα του Δημιουργού του.
Απ' τις Καρυές βαδίζαμε προς την Ιβήρων, μές στο κατακαλόκαιρο, μα δε νιώθαμε τον ήλιο να μας αγγίζει. Μοναχά βαριά σύννεφα που προμηνούσαν καταιγίδα. Ώσπου η καταιγίδα ξέσπασε, βράχηκαν τα ρούχα και το μοναστήρι ίσα -;ίσα που φαινόταν απ' το πούσι που μας τύλιξε.
Οι συνοδοιπόροι, γέροντες οι περισσότεροι, έμοιαζαν σκιές ενός κόσμου αλλοτινού, που μπλέχτηκε στις άκρες του αέναου κύκλου της ζωής και του θανάτου και βρέθηκε απορημένος στο σήμερα, το ίδιο απαράλλαχτο όπως το τότε.
Κι αυτή η αίσθηση έγινε βεβαιότητα, όταν με τις στάλες της βροχής να στάζουν στο πλακόστρωτο της Ιβήρων, νιώσαμε τη βαριά ανάσα του Νικηφόρου Φωκά να βγαίνει απ' τον αλυσιδωτό του θώρακα και κάναμε πέρα μην τύχει και μας αγίξει η αψάδα της σπάθης του.
Υστερα πήραμε βουβοί κι εκστασιασμένοι το δρόμο για τη Σταυρονικήτα.
Στο μοναχολόγιο ο μοναχός διαβάζει ένα όνομα: «Ευστράτιος Σταυρονικητιανός- Κοκκινάρης, εκ Κυδωνιών Μικράς Ασίας ...»
Η βροχή πέφτει ασταμάτητα,το πούσι θεριεύει και ο αέρας φτάνει κατάσαρκα, πασχίζοντας να παγώσει το αίμα στις φλέβες!
Με το λαδοφάναρο για οδηγό πλαγιάζουμε στ' αρχονταρίκι. Κι αυτό που κόβει την ανάσα,ώσπου ο ύπνος να σφαλίσει τα βλέφαρα, είναι οι αστραπές στο βάθος του ορίζοντα ...εκεί που πρέπει να κοιμάται η Μικρασία.
Απ' τον κάματο ο ύπνος νίκησε τον ενδόμυχο φόβο και χάθηκαν οι σκιές στο απόλυτο σκοτάδι ...μα για λίγο.
Περασμένες τέσσερις το πρωί, ο αέρας χώθηκε στους ασκούς του,η βροχή έφυγε γι';άλλους τόπους και η ψυχή γαλήνεψε από μια αίσθηση απροσδιόριστης προσμονής.
Σηκώθηκα αθόρυβα και πλησίασα εκεί που τ' αρχονταρίκι «έβγαινε» πάνω απ' τη θάλασσα, με τον γκρεμνό να χάσκει διακόσιες τουλάχιστον οργιές, ώσπου να βρουν τα βράχια την υγρή ανάσα του Αιγαίου.
Κι εκεί μαρμάρωσα περιμένοντας να δω τι θ' απογίνει.Αν θα μου μιλήσει η Μικρασία.Αν θ' αναγνωρίσει πάνω μου τη λαχτάρα να την αγγίξω ...
Μετά, αυτό που θυμάμαι από εκείνο το καλοκαίρι ήταν το αιμάτινο χρώμα που πήρε ο ορίζοντας.Βαθύ κόκκινο,αίμα που θάμπωσε το βλέμμα ...κι ύστερα ένας τεράστιος πύρινος δίσκος ...;η ψυχή της Μικρασίας να ενώνεται με την ψυχή μου,που βγήκε απ' το σώμα κι ενώθηκε με τη Μικρασία των προγόνων μου!
Το καλοκαίρι που μ' έπλασε, πέρασε ...αλλά δεν πέρασε ποτέ ως τα σήμερα.
για το ιστολόγιο Ελληνική Λογοτεχνία - Τέρα Άμου
Μιχάλης Κοκκινάρης
Από τις εκδόσεις Αρμός μόλις κυκλοφορήθηκε το νέο βιβλίου του Μιχάλη Κοκκινάρη με τίτλο " Η Γοητεία της Ουτοπίας".